Συνέντευξη της Λίλας Μπακλέση με αφορμή την παράσταση “Οι κάτω απ’τα αστέρια ” στο θέατρο Άλφα.Ιδέα

γράφει η Μαριλένα Παππά

Η Λίλα Μπακλέση είναι η τέχνη της. Η οντότητα που γεμίζει τη σκηνή και δε σου αφήνει κανένα περιθώριο όσο βρίσκεται πάνω σε αυτήν να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού, να απασχολήσεις το μυαλό σου με κάτι άλλο. Μοιάζει με έφηβη που αρνείται τις νόρμες και υποτάσσεται μόνο σ’ εκείνο που της υποδεικνύει η υποκριτική. Φέτος πρωταγωνιστεί σε μία από τις καλύτερες – κατά τη γνώμη μου –  παραστάσεις, παρέα με τον Κωνσταντίνο Μπιμπή στο θέατρο «Άλφα.Ιδέα». Οι δυο τους είναι «Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια» και μας ταξιδεύουν στο λυρισμό του Αιγαίου, στους βραδινούς ουρανούς που αποτυπώσαμε με μπύρες και γέλια, στους κόμπους που έδεσαν τις κοιλιές μας με υποσχέσεις και σ’ ένα παράπονο. Η Λίλα Μπακλέση ξέρει σίγουρα να σηκώνει ψηλά το κεφάλι της και να ονειρεύεται με σύμμαχό της τ’ αστέρια.

1.Πες μας λίγα λόγια για τη θεατρική σας συνάντηση με τον Κωνσταντίνο Μπιμπή σε  κείμενο του Τηλέμαχου Τσαρδάκα και σκηνοθεσία δική σας – σε συνεργασία με την Αρτέμιδα Γρύμπλα – στην παράσταση «Οι κάτω απ΄τα αστέρια», εδώ στο θέατρο Άλφα.Ιδέα.

Με τον Τηλέμαχο έχουμε ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν, ερασιτεχνικά στην Πάτρα- είμαστε κι οι δύο από εκεί & γνωριζόμαστε περίπου 13 χρόνια. Ο Τηλέμαχος έγραψε το συγκεκριμένο έργο, αρχικά σε μορφή διηγήματος κι εν συνεχεία ως θεατρικό κι εμείς οι τρεις κάναμε τη σκηνοθεσία. Ο Κωνσταντίνος και η Άρτεμις συνεργάζονται πολλά χρόνια και χωρίς να τους γνωρίζω, νομίζω ότι αμέσως συντονίστηκα μαζί τους. Η ιστορία τώρα της παράστασης είναι λιγάκι περίεργη: Με τον Κωνσταντίνο συναντηθήκαμε ένα βράδυ σε μία κοινή παρέα και συνειδητοποιήσαμε ότι ξέρουμε κι οι δύο τον Τηλέμαχο. Εκείνο το βράδυ του στείλαμε μήνυμα κι εκείνος μας απάντησε ότι γράφει κάτι για εμάς τους δύο. Εννοείται νομίζαμε ότι μας κάνει πλάκα στην αρχή! Όταν τελικά διάβασα το κείμενο συνειδητοποίησα αμέσως ότι ήθελα να το κάνω. Ξεκινήσαμε πρόβες τον Νοέμβριο του 2017, έχοντας μία μεγαλεπίβολη σκηνοθετική ιδέα για το πώς θέλαμε να παρουσιαστεί στην σκηνή η συγκεκριμένη παράσταση, αλλά δε γινόταν με κανέναν τρόπο να υλοποιηθεί οπότε σταματήσαμε για κάποιο διάστημα τις πρόβες. Μετά από κάποιους μήνες βρεθήκαμε ξανά με τον Κωνσταντίνο τυχαία ένα βράδυ και ξεκινήσαμε να μιλάμε ξανά για το έργο και πόσο πολύ θέλουμε να ανέβει. Είπαμε θα το κάνουμε με τα μέσα που έχουμε, οπότε ξεκινήσαμε στο θέατρο «Act» στην Πάτρα κι εξελίχθηκε σε αυτό που παρακολούθησες στο θέατρο που είμαστε σήμερα.

2.Πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετείς τον εαυτό σου;

Εγώ δεν το είχα ξανακάνει και το φοβήθηκα στην αρχή. Ο Κωνσταντίνος το είχε ξανακάνει στο πλαίσιο της ομάδας, οπότε θεώρησε ότι μπορούμε να το κάνουμε. Κι είχε δίκιο γιατί κάθε φορά που σκεφτόμασταν κάποιον σκηνοθέτη δε θέλαμε να το δώσουμε κάπου αλλού γιατί ήταν κάτι πάρα πολύ προσωπικό (τόσο το κείμενο, όσο το πώς εξελίχθηκε τελικά η διαδικασία για το ανέβασμα της παράστασης) και γι’ αυτό αποφασίσαμε να το κάνουμε οι δυο μας. Όμως χρειαστήκαμε βοήθεια, χρειαζόμασταν έναν τρίτο άνθρωπο γιατί μερικές φορές πρέπει να αφεθείς, να κάνεις λάθη και να έχεις κάποιον ο οποίος θα μπορέσει να σε καθοδηγήσει σωστά. Αυτός ακριβώς ήταν ο ρόλος της Άρτεμιδας Γρύμπλα.

3.Άρα το στήσιμο στην σκηνή, τη σκηνοθεσία τη χτίσατε κομμάτι – κομμάτι στις πρόβες;

Ακριβώς! Είχαμε κάποιες ιδέες, γιατί στην αρχή – για ένα μήνα περίπου – συζητούσαμε για το κείμενο και πώς μπορεί να γίνει δικό μας. Μελετώντας το και κάνοντάς το προσωπικό, θέλαμε τόσο πολύ να βγει όπως έπρεπε επί σκηνής κι αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε την αμερικάνικη λογική σκηνοθεσίας όπως την αποκαλεί κι ο Κωνσταντίνος: «Τη μη σκηνοθεσία». Θέλαμε το κοινό να νιώσει ότι βρίσκεται στο σωστό μέρος τη λάθος στιγμή, σα να μας παρακολουθεί από μία κλειδαρότρυπα. Να τσακωνόμαστε, να μιλάμε, να γελάμε.

4.Γι’ αυτό και η τόσο διαφορετική ταξιθεσία με το κοινό να κάθεται σχεδόν πάνω στην σκηνή μαζί σας;

Ναι, ακριβώς! Σε αυτό συντέλεσε βέβαια και το θέατρο «Act» στο οποίο ανέβηκε για πρώτη φορά η παράσταση και είναι κάπως έτσι διαμορφωμένος ο χώρος. Όμως το έχουμε παίξει για παράδειγμα και στο θέατρο «Αυλαία» στη Θεσσαλονίκη με μία πολύ μεγάλη σκηνή και την τυπική ταξιθεσία του κοινού. Εμείς προσπαθούμε πάντα να προσαρμοζόμαστε σε κάθε χώρο.

5.Ξέρω ότι η παράσταση είναι sold out τις περισσότερες Δευτέρες και Τρίτες που παίζεται εδώ στην Αθήνα, ενώ έχετε ήδη εμφανιστεί και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας με την ίδια ακριβώς ανταπόκριση. Πού οφείλεται αυτή η επιτυχία πιστεύεις;

Νομίζω ότι σε βάζει σ΄ένα κλίμα καλοκαιρινό, σε εφηβικές στιγμές ανεμελιάς, μιλάει για τον έρωτα που είναι κάτι οικουμενικό, έναν έρωτα απ’ αυτούς που όλοι θα θέλαμε να έχουμε ζήσει. Κατευθείαν μπαίνεις στον κόσμο της Μενίτας και του Νικολή, δύο ανθρώπων που ερωτεύονται αληθινά, κάτω από τον ουρανό του Αιγαίου.

6.Τι ακολουθεί μετά τις 13 Φεβρουαρίου που είναι η τελευταία μέρα παραστάσεων εδώ στην Αθήνα;

Έχουμε ήδη κανονίσει κάποιες παραστάσεις στο Λονδίνο, στο Μάντσετσερ και στο Άμστερνταμ, ενώ συζητάμε και κάποια ακόμα σχέδια.

7.Έχετε μία μοναδική χημεία στη σκηνή με τον Κωνσταντίνο.

Αυτό κατακτήθηκε, δεν ήμασταν έτσι από την αρχή με τον Κωνσταντίνο. Το χτίσαμε με προσωπικές εξομολογήσεις, με πρόβες. Νομίζω ότι βοήθησε πολύ το ότι ταιριάζουμε και σαν χαρακτήρες.

8.Έχεις κοινά χαρακτηριστικά με τη Μενίτα; Υπάρχουν αυτά τα ελληνικά καλοκαίρια της ανεμελιάς στις αναμνήσεις σου;

Υπάρχουν, αν και τα δικά μου καλοκαίρια ήταν σε βουνό κι όχι σε νησί, γιατί έχω καταγωγή από ένα χωριό της ορεινής Φωκίδας!  Σίγουρα εγώ είμαι που αναβαίνω στην σκηνή και υπερασπίζομαι τη Μενίτα, υπάρχουν δικά μου στοιχεία μέσα σε αυτή. Κυρίως όμως έχω διαφορές. Για όσους έχουν δει την παράσταση: Εγώ, ας πούμε, θα έβγαινα από το μαγαζί μου εκείνη τη μέρα που ο Νικολής ήταν απ’ έξω και θα του μιλούσα. Νομίζω ότι και στους δύο ήρωες λείπει το θάρρος. Μερικές φορές όταν υπάρχει το ανικανοποίητο και το απωθημένο, μπορεί να τα ωραιοποιούμε  λίγο τα πράγματα και σκεφτόμαστε πόσα θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει με τον άλλον. Όμως αυτό δεν είναι αληθινό, δεν είναι αληθινό γιατί δεν έχει συμβεί ποτέ. Το θέμα είναι πόσο μπορείς να αφεθείς σ’ έναν άλλον άνθρωπο στη ρουτίνα και πώς μπορείς εκεί να πολεμήσεις για τον άλλον, ώστε ακόμα κι αν ξεθωριάζει ο έρωτας  να τον επαναφέρεις ή ακόμα να επιλέξεις κι έναν άλλον δρόμο – εξαρτάται τι ταιριάζει στον καθένα – να μην έχεις σχέση.

9.Ποια είναι τα όνειρά σου σε σχέση με το θέατρο;

Θέλω να συνεργάζομαι με ανθρώπους που μ’ εμπνέουν κι αυτό έλεγα και στον Κωνσταντίνο, την Αρτέμιδα και τον Τηλέμαχο ότι σίγουρα δεν είναι η τελευταία μας συνεργασία κι ότι θα συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε. Θέλω να μην ξεχνάω ότι ανεβαίνω κάθε μέρα στην σκηνή και νιώθω ευτυχής. Θέλω να συνεργαστώ με κάποιους συμφοιτητές μου από το Εθνικό που τους αγαπώ και τους εκτιμώ και φυσικά με ανθρώπους είτε μεγαλύτερους, είτε μικρότερους που μοιραζόμαστε μία κοινή αισθητική. Επίσης, εγώ αγαπάω πολύ και τον κινηματογράφο, οπότε θα ήθελα να κάνω ταινίες και φυσικά τηλεόραση σε δουλειές που θα έχουν για μένα ενδιαφέρον.

10.Μιας κι αναφέρθηκες και στα τρία, ας καταφύγουμε στο κλισέ τρίλημμα… Τι απ΄όλα;

Είναι πολύ διαφορετικά. Στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση δουλεύεις μ’ έναν κοινό τρόπο, αν και στον πρώτο τα πράγματα γίνονται υπό άλλες συνθήκες, έχεις περισσότερο χρόνο εν αντιθέσει με την τηλεόραση που τα πράγματα γίνονται πιο γρήγορα. Στο θέατρο καταλαβαίνεις αμέσως τι συμβαίνει στο κοινό, το οποίο είναι πάρα πολύ σκληρό φυσικά, αλλά μπορεί να είναι και υπέροχο αν η παράσταση πηγαίνει καλά.

11.Τι καινούργιο να περιμένουμε από εσένα;

Ετοιμάζω μία τηλεοπτική εμφάνιση σ’ ένα ακόμα επεισόδιο για τον Πάνο Κοκκινόπουλο και το «Ου φονεύσεις». Θέλω να κάνω πολλά πράγματα, να δοκιμαστώ, να κάνω λάθη και ωραίες δουλειές όπως «Οι κάτω απ’ τ’ αστέρια».

Δείτε εδώ, περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Οι κάτω απ’ τα αστέρια”

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*