Είδαμε την παράσταση “Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης” στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν

Γράφει η Μαριλένα Παππά

Τίποτε δεν μας δίνει τόσο την αίσθηση του άπειρου όσο η βλακεία“, και κάπως ξεκίνησε χθες βράδυ η πρεμιέρα του αριστουργήματος του Έντεν φον Χόρβατ στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν. Μία ολόκληρη κοινωνία στη οι αξίες της οποίας οικοδομήθηκαν πάνω στη βλακεία, ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Βιεννέζοι και Πρώσοι χορεύουν μέσα στην ανοησία τους το διάσημο βαλς του Γιόχαν Στράους και διαμορφώνουν μία κοινωνία – προπομπό του επερχόμενου ναζισμού και το β’ παγκοσμίου πολέμου.

Ο συγγραφέας σκιαγραφεί μία κοινωνία από ανθρώπους εγκλωβισμένους στην ημιμάθεια, στη μικροπρέπεια, στο ποτό και στο τίποτα, φτωχούς και άθλιους μέσα στην ένδειά τους. Τρώνε λαίμαργα το ψωμί, μιλούν άσκοπα για έννοιες όπως ο έρωτας, η αγάπη, η μητρότητα, χωρίς στην πραγματικότητα να ξέρουν για τι μιλούν κι όταν όλα πια τα έχουν καταστρέψει με την κουτοπονηριά τους, οδηγούμενοι από τα πιο ταπεινά τους ένστικτα επιστρέφουν με προσευχές στο Θεό, γιατί τους είναι δύσκολο να αποδεχτούν τη δική τους ανικανότητα. Μία κοινωνία που τους τελματώνει, πρόκειται να ξαναγεννηθεί από τους ίδιους πιο άγρια, πιο μισητή, πιο αποτρόπαιη, βασισμένη στη βλακεία. Το έργο που γράφτηκε το 1931 αποτέλεσε οιωνό των όσων θ’ ακολουθούσαν. Είναι υπέροχο να βλέπεις πώς ξεκινά αθώα και χαριτωμένα μία ύπαρξη και πώς κλιμακώνεται με την ανεπάρκεια να μετατρέπει τη βλακεία σε κίνδυνο. Είμαστε λοιπόν στη Βιέννη και σ’ αυτήν τη λαϊκή γειτονιά η Μαριάννε θέλει να ξεφύγει από τον πατέρα της και τον αρραβώνα που της επιβάλλει. Σε μία εκδρομή δίπλα στο ποτάμι του Δούναβη η Μαριάννε ερωτεύεται τον Άλφρεντ. Έναν αριβίστα τζογαδόρο που κυνηγά το εύκολο χρήμα από τον ιππόδρομο, από την ψιλικατζού που της προσφέρει τις “υπηρεσίες” του, από τη γιαγιά του. Τα διαλύει όλα, πιστεύοντας ότι αυτός είναι το φως που θα την οδηγήσει μακριά από τη βλακεία, ενώ στην πραγματικότητα οδηγείται στην καταστροφή.


Η εξαιρετική σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη με τη χρήση ξύλινων πάγκων και η αναδιαμόρφωση του χώρου επί σκηνής σε κάνει να μπαίνεις στους δαιδαλώδεις λαβυρίνθους της ανθρώπινης ύπαρξης, σε κάνει μάρτυρα μικρών στιγμών που διαδραματίζονται καθημερινά. Ατμοσφαιρική και λιτή είμαστε κι εμείς κάπου εκεί κρυμμένοι πίσω από τους κορμούς του δάσους και παρακολουθούμε. Νιώθουμε το βελούδινο άγγιγμα του Δούναβη και χορεύουμε με τις μελωδίες που παίζονται μόνο για εμάς ζωντανά. Κορυφαία σκηνή για εμένα είναι η τελευταία τόσο σκηνοθετικά, όσο και σημασιολογικά, όπου όλοι οι ήρωες νικημένοι από τις δικές τους επιλογές καταφεύγουν στην προσευχή.

Ο δεκαεξαμελής θίασος πλέκει υπέροχα τα πορτραίτα όλων αυτών των μικρών καθημερινών ανθρώπων. Ο Νίκος Αλεξίου που υποδύεται τον Άλφρεντ δίνει ένα μοναδικό ρεσιτάλ ερμηνείας, ισορροπώντας την πονηριά, με το χιούμορ, την αθλιότητα με την οκνηρία. Με λίγα λόγια, είναι το τέλειο χαμένο κορμί. Από την άλλη, η Ιωάννα Μαυρέα, ενσαρκώνει μοναδικά τον ρόλο της καπάτσας ψιλικατζούς. Είναι αστεία και ταυτόχρονα πληθωρική επί σκηνής, το ίδιο βρώμικη με όλους, βυθισμένη στην απάθεια, στο κουτσομπολιό και στην εφήμερη απόλαυση. Ενώ η
Κωνσταντίνα Τάκαλου με μία εύθραυστη και ρομαντική ερμηνεία γεμάτη συναίσθημα αποδίδει τον ονειροπόλο χαρακτήρα της Μαριάννε που προσπαθεί να ξεφύγει από τη ζωή που της κανόνισε ο μπαμπάς της. Για μένα βέβαια, τις εντυπώσεις έκλεψε η Σμαράγδα Σμυρναίου που υποδύεται τον ρόλο της γιαγιάς του Άλφρεντ καθώς είναι σκοτεινή, τρομακτική και κάποιες φορές ανατριχιαστική, ενώ σε συνδυασμό με την ευαίσθητη και σχεδόν αποτρελαμένη Κατερίνα Λυπηρίδου, που υποδύεται την κόρη της και μαμά του Άλφρεντ, δημιουργούν μία αρρωστημένη ατμόσφαιρα δύο γυναικών που δεν κατάφεραν να ζήσουν. Ένα ακόμα διαμαντάκι της παράστασης ήταν και η ερμηνεία του Βασίλη Μαγουλιώτη, ο οποίος ενσαρκώνει την εποχή που έρχεται, έναν ρέμπελο φοιτητή νομικής που πίνει και κατηγορεί για τη δυστυχία του τους Εβραίους. Καταφέρνει να γίνει αντιπαθής. Δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ στον Νίκο Χατζόπουλο, που μέσα από μία στιβαρή ερμηνεία αποδίδει τον σκληρό πατέρα της Μαριάννε. Κι ούτε φυσικά να παραλείψω τη μεστή φωνή και την ισορροπημένη ερμηνεία του Νικόλα Χανακούλα που υποδύεται τον αρραβωνιαστικό της Μαριάννε, τον χασάπη, Όσκαρ. Και τέλος, τον Θοδωρή Γράμψα που διατηρεί τις ισορροπίες που απαιτεί ο ρόλος του ιλάρχου, με μία ήρεμη προσέγγιση του ανθρώπου που διαφωνεί, αλλά παραμένει σιωπηρός μάρτυρας.

Σε αυτό το έργο δεν υπάρχει λάθος και σωστό ή καλό και κακό, γιατί έτσι κι αλλιώς όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από ένα υλικό που σε κάνει να τους καταλαβαίνεις, αλλά και να τους αποστρέφεσαι ταυτόχρονα. Οποιαδήποτε επιλογή κι αν έκαναν θα οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή γιατί βρίσκονται σε μια κοινωνία που βρωμάει σήψη και θάνατο, είναι οι ίδιοι αυτή η κοινωνία. Δεν ξέρω αν χθες είδα κάτι από τη δική μας κοινωνία, πάντως σίγουρα βγαίνοντας στην οδό Πεσμαζόγλου ένιωσα μια μυρωδιά σήψης να με διαπερνά.

Ταυτότητα Παράστασης:

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας |Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη με τη συνεργασία του θιάσου | Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου

Δραματολόγος παράστασης: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου | Σκηνικά: Χριστίνα Κάλμπαρη | Κοστούμια: Ιφιγένεια Νταουντάκη | Μουσική Επιμέλεια: Μαρίνα Χρονοπούλου – Μαριάννα Κάλμπαρη |Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου | Βοηθός σκηνογράφου: Σοφία Αρβανίτη-Φλώρου

Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου

Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά):

Νίκος Αλεξίου,  Θόδωρος Γράμψας, Δημήτρης Δεγαΐτης, Κατερίνα Λυπηρίδου, Βασίλης Μαγουλιώτης, Ιωάννα Μαυρέα, Σμαράγδα Σμυρναίου, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Νικόλας Χανακούλας, Νίκος Χατζόπουλος.

Στο πιάνο η Μαρίνα Χρονοπούλου

Συμμετέχουν: Μαριλένα Μόσχου και οι μαθητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Κωνσταντίνος Καραντζής, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Άννα-Μαρία Παπαϊωάννου, Ματίλντα Τουμπουρού.

Θέατρο Τέχνης, Στοά Πεσματζόγλου 5,  Παραστάσεις: Τετάρτη και Κυριακή στις 8μμ (εκτός Τετάρτης 3 Απριλίου), Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 9.15μμ, Απογευματινή: Σάββατο 6.15μμ

Τιμές εισιτηρίων: Τετάρτη και Κυριακή: 16 κανονικό, 12 μειωμένο, 8 ανέργων, Σάββατο: 18 κανονικό, 12 μειωμένο- ανέργων, Πέμπτη και Παρασκευή γενική είσοδος 12 ευρώ (και ανέργων)

1 Comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*