Είδαμε τη “Μήδεια” του Δημήτρη Γεωργαλά στο Μπάγκειον

“Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση της Μήδειας”

Η Μήδεια είναι μία από τις πιο γοητευτικές τραγικές ηρωίδες. Το όνομα της συναντάται πάντα σε γραμμές παράλληλες προς την ίδια την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, ενώ η ιστορία της συνδέεται με τη μαγεία, την προδοσία, τον έρωτα, το ταξίδι, την εξορία και τελικά την παιδοκτονία. Γνωστή για τις μαγικές ιδιότητες, τη σοφία και την απόκρυφη γνώση της, κόρη της Εκάτης και ανιψιά της Κίρκης, θεωρούταν ,κατά την αρχαία εποχή, θεότητα της γονιμότητας και της μητρότητας, κάτι το οποίο μαρτυρά η επίσκεψη του Αιγέα σε αυτήν προκειμένου να βρει θεραπεία για τη στειρότητα του, αλλά και η κινηματογραφική μεταφορά του Pasolini, η οποία εδράζεται πάνω σε αυτή την άποψη. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, οι ιδιότητες της έρχονται παραδοσιακά σε συνεχή διάλογο με τελετουργικά θανάτωσης παιδιών προκειμένου αυτά να κερδίσουν την αθανασία, μέσα από την ταφή τους στα σπλάχνα της γης και τη διασπορά των σωμάτων τους στα εύφορα χωράφια. Υπό αυτό το πρίσμα, η ιστορία της Μήδειας φαντάζει σαν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Επιπλέον, στη συμπεριφορά της ηρωίδας εντοπίζονται σπέρματα μιας υποτιθέμενης μητριαρχικής περιόδου και μια διαφορετική ανάγνωση της μητρότητας και του γυναικείου ερωτισμού. Αντιμετωπίζοντας τα παιδιά της σαν κτήμα της, η Μήδεια τοποθετεί το μίσος της απέναντι στον Ιάσονα σε μια κλίμακα μεγαλύτερη από αυτή της μητρικής αγάπης, πάνω στην οποία είναι χτισμένο το οικοδόμημα του σύγχρονου πατριαρχικού δυτικού πολιτισμού. Πολύ περισσότερο, η ίδια η επιλογή του Ευριπίδη να την αφήσει ατιμώρητη για το έγκλημα της θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η απάντηση στον Αισχύλο και την ατιμωρησία του μητροκτόνου Ορέστη, η πράξη του οποίου εγκαινιάζει σε επίπεδο συμβολικό και πολιτισμικό την Πατριαρχία και το πέρασμα από την εποχή της μαγείας στον ορθολογισμό. Επιπλέον, η ίδια η εγκατάλειψη της από τον Ιάσονα σηματοδοτεί αυτή ακριβώς τη μετάβαση. Με άλλα λόγια, η Μήδεια δεν είναι παρά το απομεινάρι ενός παρελθόντος, το οποίο μεταφράστηκε με όρους φρικαλεότητας και κτηνωδίας. Η εκδοχή του Ευριπίδη, όμως, σε σχέση με τις εκδοχές άλλων δημιουργών (πχ. Σενέκα) ξεφεύγει από το τερατώδες και καταφέρνει να φωτίσει πολλά στοιχεία για τη θέση της γυναίκας στον κόσμο. Παράλληλα, η ένδοξη αναχώρηση της πάνω στο άρμα του Ήλιου καθιστά την Μήδεια εμβληματική, την ίδια τη θηλυκή δύναμη του έρωτα, ζωώδη και ατιθάσευτη.

Πράγματι, η ιστορία της Μήδειας είναι η ιστορία μιας Γυναίκας. Παράλληλα, ωστόσο, αυτή εμφανίζεται και ως μία θιασώτρια του “Κράτους Δικαίου”, μέσα από το πνεύμα μιας ανταποδοτικής δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, αυτή δεν είναι μόνο παιδοκτόνος, είναι και τυραννοκτόνος, αφού αποφασίζει να τιμωρήσει όχι μόνο τον Ιάσονα αλλά και τον Κρέοντα για την κακία που της έδειξε. Η πράξη της, δηλαδή, με τη μορφή αυτοθυσίας, επέχει και μια πολιτική σημασία, αφού ενσαρκώνει την ποινικοποίηση της κοινωνικής αδικίας, ολοκληρώνοντας έτσι την τρομακτική της εικόνα ενάντια στον αντρικό κατεστημένο. Τέλος, η Μήδεια είναι πρόσφυγας και αντιμετωπίζεται ως ξένη. Το στοιχείο αυτό είναι που πυροδοτεί τη μανία της, αφού για τον έρωτα εγκατέλειψε τις ρίζες της και πρόδωσε την οικογένεια της. Επιπλέον, η παράβαση των υποσχέσεων που της είχε δώσει ο Ιάσονας της δημιουργούν ενοχές και την κάνει να αισθάνεται απαξιωμένη και χρησιμοποιημένη. Στο σημείο αυτό είναι που ξεκινά η ψυχαναλυτική ανάγνωση της Μήδειας, η οποία ευνοείται ιδιαίτερα μέσα από τη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, που περιγράφει τη διαρκή πάλη των παρορμήσεων της ηρωίδας (id) με το πολιτισμικό της φορτίο (superego). Μέσα από αυτή την εσωτερική αντίφαση, άλλωστε, είναι που γίνεται αντιληπτή και από τον κόσμο (πχ. Τον χορό των Ελληνίδων γυναικών)ως βάρβαρη γυναίκα, αφού κάθε εθνικό “εγώ” φτασμένο σε αυτοσυνείδηση είδε να ελοχεύει παραπέρα μια επίμαχη σκιά, η βάρβαρη, η μάγισσα, το ενσώματο φροϋδικό “id”.

Όλα τα παραπάνω γίνονται ιδιαίτερα αντιληπτά μέσα από τη σκηνοθεσία του Δημήτρη Γεωργαλά, η οποία φαντάζει σαν τελετή μύησης, μια ιερή τελετουργία με στόχο τον εξαγνισμό της ίδιας της ηρωίδας, αλλά και της ανθρώπινης ψυχής. Σε αυτό συνηγορούν τόσο η λειτουργική κατανομή των ρόλων, όσο και ο χαμηλός φωτισμός, η δωρικότητα της μουσικής, η οποία δομείται μέσα από ανατολίτικες κλίμακες και ύφος, η κινησιολογία και το λιτό σκηνικό, στο οποίο κυριαρχεί ένας μεγάλος καθρέφτης. Όλα αυτά έχουν ως στόχο να φωτίσουν τον ψυχισμό της Μήδειας, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αρχαίας μαγείας και μυσταγωγίας. Επιπλέον, ο ίδιος ο χώρος του Ξενοδοχείου “Μπάγκειον” υποβοηθά στην ανάδειξη του κατακερματισμού που βιώνει η τραγική ηρωίδα, ενσαρκωμένη από τη σαγηνευτική Τζούλη Σούμα, η οποία σαν φρενιασμένη μαινάδα μπαίνει στο σαρκίο του ρόλου αποτυπώνοντας την υπαρξιακή αγωνία, τον πόνο και την οργή που οδήγησαν την Μήδεια στις πράξεις της. Δυναμική, μυστηριώδης και αποφασισμένη να τιμωρήσει όσους την αδίκησαν ακόμα και με προσωπικό κόστος, η Μήδεια ενσαρκώνεται τέλεια από την ηθοποιό, η οποία μας παρασύρει στα μύχια της ψυχής της με μάτια φτιαγμένα από νύχτα και αρχαία σοφία. Μια πραγματική μάγισσα επί σκηνής. Από την άλλη μεριά, ο Γιώργος Σταυριανός ερμηνεύει το ρόλο του Ιάσονα με αρρενωπή γοητεία και χάρη, κάτι που ανταποκρίνεται απόλυτα στο συλλογικό φαντασιακό μας γύρω από τον αγαπημένο Αργοναύτη.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η “Μήδεια” του Δημήτρη Γεωργαλά είναι μία από τις καλύτερες παραστάσεις της φετινής θεατρικής σεζόν, αφού καταφέρνει όχι μόνο να φωτίσει διάφορες πτυχές της αρχαίας τραγωδίας, αλλά να δημιουργήσει και νέα εργαλεία ανάγνωσης. Συγκεκριμένα, την παράσταση “κλέβει” η σκηνή που η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της, κάτι το οποίο γίνεται μέσα από μια τρομερή μεταφορά (=αναπαράσταση γέννας), κατά την οποία η ηρωίδα εμφανίζεται ζωοδόχος και παιδοκτόνος ταυτόχρονα, αποκρυσταλλώνοντας και τις δύο όψεις (venefica, malefica) που της αποδίδει ο Οβίδιος. Πολύ περισσότερο, πρόκειται για ένα έργο γεμάτο επική δύναμη και ερμηνευτική μαεστρία που οδηγεί με σιγουριά τον θεατή στην κάθαρση, αναδεικνύοντας παράλληλα την ευριπίδεια συμβολή στην αρχαία τραγωδία, ήτοι στον εξανθρωπισμό της.

ΜΠΑΓΚΕΙΟΝ (Πλατεία Ομονοίας 19)

Ηθοποιοί: Τζούλη Σούμα, Κυριακή Καραλουκά, Γιώργος Σταυριανός, Νίκος Δερτιλής, Σταύρος Γιαννακόπουλος

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς

Σκηνοθεσία– Επεξεργασία: Δημήτρης Γεωργαλάς

Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης

Κοστούμια: Δημήτρης Ντάσιος

Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Χορογραφίες– Επιμέλεια κίνησης: Φαίδρα Σούτου

Φωτογραφίες: Αγγελική Κοκκοβέ και φωτογραφία αφίσας Αγγελική Κοκκοβέ

Δημιουργικό: Ανδρέας Πούρνος

Παραστάσεις: Πέμπτη 20 Ιουνίου

Παρασκευή 21 Ιουνίου

Σάββατο 22 Ιουνίου

Κυριακή 23 Ιουνίου

Πέμπτη 27 Ιουνίου

Παρασκευή 28 Ιουνίου

Σάββατο 29 Ιουνίου

Κυριακή 30 Ιουνίου

Πέμπτη 4 Ιουλίου

Παρασκευή 5 Ιουλίου

Σάββατο 6 Ιουλίου

Ώρα έναρξης: 21:30

Γενική είσοδος: 10 ευρώ/ 5 ευρώ μειωμένο

Διάρκεια: 80 λεπτά

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*