Είδαμε την “Απειλή” στο Studio Κυψέλης

Γράφει η Λουκία Σουγιά

Ο χώρος του pocket theatre «Studio Κυψέλης» σε υποδέχεται πάντα ιδιαίτερα. Με χαμηλούς φωτισμούς, με αντικείμενα θεάτρου που πλημμυρίζουν το φουαγιέ θυμίζοντας παρουσίες και στιγμές θεατρικές. Με μουσική, ανοιχτό μπαρ κι ένα συνονθύλευμα αισθήσεων, εντυπώσεων, ιδεών και συγκινήσεων –την ουσία του θεάτρου και το χαρακτηριστικό του αποτύπωμα. Το χνάρι θεατών και θεατρίνων όπου και να γυρίσεις το βλέμμα σου, σ’ αυτό το λιλλιπούτειο θέατρο της Αθήνας.

Κατηφορίζεις τα σκαλιά προς την υπόγεια αίθουσα κι έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι σ’ ένα κρυφό, μαγικό χώρο δημιουργίας, όπου μόνο λίγοι και μυημένοι θα μπορέσουν να μπουν. Καμιά σύμβαση δεν τηρείται. Στοιχεία παλιά και υπερ-μοντέρνα σε περιβάλλουν: vintage καθίσματα και σύγχρονες ηχητικές εγκαταστάσεις, αίσθηση σπηλιάς και καταφυγίου, μιας «γιάφκας» θεάτρου για λιγοστούς.

Σ’ αυτόν τον κρυφό και κρυμμένο χώρο παρουσιάζει φέτος, για ένα μήνα μόνο, ο Στάθης Παναγιωτίδης τον μονόλογο «Απειλή». Γράφοντας και σκηνοθετώντας το κείμενο, εκφέροντας τον λόγο ενός μετανάστη. Ο Σαντ (ή Αχμέντ, ή κάτι άλλο) είναι ένας από τους πολλούς ξένους που ζουν και εργάζονται στη Γερμανία, φερμένος από ποιος ξέρει ποια χώρα της Αραβίας… Μελαμψός, μουσουλμάνος, παράνομος, μόνος. Στοιχεία διαχωρισμού από την κοινωνία που τον περιβάλλει, χωρίς να τον φιλοξενεί.

Εκείνος ζει στις σκιές, στις παρυφές της, σκυφτός και αμίλητος, παρατηρώντας την όπως ένα παιδί: θαυμάζει τις ολοκάθαρες βιτρίνες, τα κομψά παγκάκια των πάρκων, την άψογη οργάνωση. Συγκρίνει. Λέει πως μειονεκτεί. Έρχεται από μια χώρα ερήμου, φτωχών και ανυπεράσπιστων ανθρώπων, χωρίς δικαιώματα. Ονειρεύτηκε έναν τόπο καλύτερο, ένα αύριο χαράς για τον γιο του. Λαχταράει αυτή τη χαρά, μια ζωή χωρίς απειλή. Αγαπά και φοβάται, θυμώνει με τους ανθρώπους ολόγυρα. Τους θαυμάζει, αλλά βλέπει ότι εκείνοι τον φορτώνουν με κάθε κακό που μπορεί να τους φταίει στον τόπο τους. Είναι ξένος, αλλόκοτος, επίφοβος, «άλλος». Γνωρίζει ότι δεν έχει ούτε εδώ δικαιώματα, ότι η ζωή του απειλείται -όπως εκεί, στην πατρίδα-, ξέρει πως ό,τι κι αν ζει, δεν μπορεί να το μοιραστεί με κανέναν. Οι δικοί του έγιναν τώρα το νέο του όνειρο. Η πατρίδα που άφησε, η γυναίκα, ο γιος, η οικεία ζωή, η προσευχή, τα τραγούδια, οι χοροί, η χαρά του.

Ο Στάθης Παναγιωτίδης-Σαντ μιλάει κοιτώντας τον κόσμο στα μάτια –αυτό που τόσο λείπει απ’ τον ήρωα. Μιλάει σπαστά, βιαστικά, ασθμαίνοντας, βρίζει, φωνάζει, απειλεί, ουρλιάζει, οργίζεται, κλαίει –παγιδευμένος όπως κι αυτοί που ζούνε ολόγυρα. Παγιδευμένος στο ίδιο παιχνίδι εξουσίας: Κάποιος τον έπεισε, κάποιοι έπεισαν όλους, πως ο κίνδυνος είναι ο απέναντι. Ο ξένος, ο άλλος, ο διαφορετικός. Κάποιοι εμπόδισαν τα μάτια να κοιταχτούν, το χέρι ν’ απλωθεί. «Μάς ξεγέλασαν», λέει. «Μάς είπαν ‘Πηγαίνετε εκεί στον βορά, θα είναι όλα καλύτερα για σας’. Δεν ξέραμε, δε θέλαμε να σας γίνουμε βάρος, να σας παίρνουμε τις δουλειές σας και τα σπίτια σας». Ποιος στέλνει τους ανθρώπους στις άγριες θάλασσες, να σωθούν τα παιδιά τους; Όχι αυτοί που θρηνούν τα πνιγμένα παιδιά…

Ο Σαντ νοιώθει πως ζει μια παγίδα. Πως από κει όπου βρίσκεται δεν υπάρχει πια γυρισμός. Ό,τι άφησε, τον έχει από καιρό ξεχασμένο. Ό,τι ζει, δεν τον δέχεται. Για ποιον πάλεψε και παλεύει;

Αυτό το αδιέξοδο, το πισθάγκωνο δέσιμο, αποδίδει με μαεστρία ο Στάθης Παναγιωτίδης. Παίζοντας και κραυγάζοντας, μεθώντας και ψιθυρίζοντας, με λόγο άμεσο, απέριττο, παλλόμενο, πάσχοντα. Πλησιάζοντας σε απόσταση αναπνοής, αλλάζοντας ρούχα, όνομα, ψυχική κατάσταση –παραμένοντας μέσα απ’ όλα ένας, ό ίδος: ο Άνθρωπος που πάσχει, που αναζητά τη ματιά, την αποδοχή, την κατανόηση, που «φορά» ένα ρόλο δοτό -μιας «απειλής» που στην ουσία απειλείται… Σωματικός και απογειωτικός, φευγάτος και ολοζώντανος, πηγαίος, ακραίος, δυναμικός. Σ’ έναν από τους πιο καλά δομημένους μονολόγους των τελευταίων ετών.

Το τραγούδι του Alaa Aliraqi, τα σκηνικά της Πέρης Κακαρέτσα με το φεγγάρι στο παράθυρο και τις φωτογραφίες των συγγενών, οι φωτισμοί ψυχρής παλέτας του Γιώργου Λιβανού, υποβοηθούν αυτό τον σπαρακτικό, χειμαρρώδη λόγο του ήρωα να φτάσει ως τον θεατή. Κι ο θεατής βουρκώνει, ταράζεται, σηκώνεται με δυσκολία απ’ το κάθισμα στο τέλος του έργου. Έχει νοιώσει το δράμα του ήρωα, τον καημό, το αδιέξοδο, έχει ταυτιστεί με την οργή, την απόγνωση, ο ξένος δεν είναι πια ο «άλλος». Ο στόχος επιτυγχάνεται, ο υποκριτής-συγγραφέας παρέδωσε την αλήθεια του κατευθείαν στην ψυχή: «Σας παρακαλώ, όταν δείτε δυο σκούρα μάτια να σας κοιτάνε στο δρόμο, μην τα φοβάστε».

Φεύγεις ευγνώμων. Συλλογίζεσαι τους φωνασκούντες κατοίκους της Σπάρτης, έξω από ξενοδοχείο που υποδέχτηκε πρόσφυγες, τους γονείς που μήνυσαν δασκάλα γιατί άνοιξε την πόρτα της τάξης σε προσφυγόπουλα, το κύμα αλληλεγγύης σε λιμάνια και στάδια πριν λίγο καιρό και σκέφτεσαι: «Μια οργιά δρόμος η απόσταση. Και περνάει όλος μέσα απ’ τη γνώση, την κατανόηση, τη μοιρασιά…» Σκέφτεσαι πως αυτό το έργο θα ‘πρεπε να παιχτεί στα σχολεία. Θες να γράψεις, να προτείνεις να το δούνε οι φίλοι σου, θες να πεις: «Πηγαίνετε. Πηγαίνετε να το δείτε, γιατί η ζωή είναι όμοια, σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, όμοιος πόνος, όμοια ανάγκη, όμοιο όνειρο. Μη φοβάστε τον άλλο –ο “άλλος” είμαστε εμείς…»

Ταυτότητα παράστασης:

Σκηνοθεσία: Στάθης Παναγιωτίδης – Σκηνικά: Πέρη Κακαρέτσα
Φωτισμοί: Γιώργος Λιβανός – Φωτογραφίες: Θοδωρής Ευθυμιάδης – Βοηθός σκηνοθέτη: Αντώνης Γκούβας – Τραγούδι: Alaa Aliraqi – Επικοινωνία: Νατάσσα Παππά

Ερμηνεία: Στάθης Παναγιωτίδης

Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Σάββατο & Κυριακή: 9:00 μ.μ. | Διάρκεια: 60 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος: €10 | Μειωμένο: €5 (φοιτητές, άνεργοι, ΑμεΑ, θεατές άνω των 65 ετών) | Ειδική τιμή για ομαδικές κρατήσεις

Studio Κυψέλης: Σπετσοπούλας 9 & Κυψέλης, Κυψέλη | Τηλέφωνο κρατήσεων.: 210 8819571 (11:00-14:00, 17:00-21:00)

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*