Είδαμε την παράσταση “Lulu” του Γιάννη Χουβαρδά στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

“Η εξερεύνηση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας μέσα από ατμόσφαιρα dark cabaret”

Η “Lulu” είναι μια παράσταση στα όρια του avant garde που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι συνδυάζεται με ηχηρά ονόματα του ελληνικού θεάτρου, όπως είναι αυτά του Γ. Χουβαρδά, της Κ. Καραμπέτη, του Α. Σακελλαρίου ή του Α. Συσσοβίτη. Πρόκειται για το αριστούργημα του Φρανκ Βέντεκιτ, Γερμανού θεατρικού συγγραφέα, που συνομιλεί με τη ψυχανάλυση του Freud, αλλά και την κατά πολύ μεταγενέστερη του συγγραφέα μετανεωτερική εποχή, ήτοι την εποχή μας. Ως εκ τούτου, πρόκειται για έναν πραγματικό αναχρονισμό των αρχών του 20ου αιώνα, αφού πραγματεύεται ζητήματα ταυτότητας φύλου, ρευστής σεξουαλικότητας αλλά και εξουσιαστικών σχέσεων που δομούνται πάνω στο σεξ. “Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού” διακηρύττει ο Καρλ Μαρξ τον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας. “Το σεξ είναι το νέο όπιο του λαού” θα μπορούσε να πει κανείς σήμερα αποκρυσταλλώνοντας σε μια φράση τις μεταδομιστικές αντιλήψεις του Foucault ή του Lacan σε επίπεδο ψυχανάλυσης. Ο Φ. Βέντεκιτ, ωστόσο, μιλά για την εξουσιαστική μηχανική του σεξ έναν αιώνα πριν. Εκεί ακριβώς έγκειται και η μεγαλοφυΐα του.

H Lulu, λοιπόν, είναι μια κοπέλα που φαίνεται να ενσαρκώνει όλες τις φαντασιώσεις των ανδρών πάνω της. Είναι επιθυμητή από όλους όσους συναντά στο διάβα της και φαίνεται να ασκεί πάνω τους μια ιδιαίτερη δύναμη. Αντικείμενο του πόθου και ταυτόχρονα ένας λευκός πίνακας, χωρίς ευδιάκριτο παρελθόν, παίρνει μορφή μέσα από το ανδρικό φαντασιακό. Έτσι, η Lulu μοιάζει άλλοτε με την πρωτόπλαστη γυναίκα κι άλλοτε με τη μητέρα των δαιμόνων, άλλοτε αθώα κι άλλοτε ακόλαστη και δολοπλόκα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όποιος άντρας την κατακτήσει οδηγείται και στο τέλος του. Το τέλος, όμως, φαίνεται να είναι και ο δικός της προορισμός, αφού η φθορά, το γήρας και η αρρώστια είναι φαινόμενα που δε ταιριάζουν με τη δαιμονική της υπόσταση. Εκεί που το σεξ χάνει τη δύναμη του, εκεί είναι που και η Lulu αφοπλίζεται και λυτρώνεται μέσα από ένα γκροτέσκο αφήγημα, εκείνο του Τζακ του Εντεροβγάλτη.

Όπως γίνεται φανερό, η “Lulu” είναι μια παράσταση που συνδυάζει το ρευστό με το άχρονο και το θηριώδες με το ονειρώδες. Ως εκ τούτου, ο θεατής δεν είναι σε θέση να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό που παρακολουθεί, αφού παρουσιάζει στοιχεία του θεάτρου του παραλόγου (πριν καλά καλά υπάρξει κάτι τέτοιο) και της μαύρης κωμωδίας. Επιπλέον, το γκροτέσκο εναλλάσσεται συνεχώς με τη μυστήρια φύση της σεξουαλικότητας και την επιρροή που μπορεί αυτή να ασκήσει στους ανθρώπους, αφού μέσα από το σεξ η Lulu μπορεί να καθορίζει τις μοίρες τους. Είναι, μάλιστα, ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι η Lulu, με το πέπλο μυστηρίου που την περιβάλει, φαίνεται να ενσαρκώνει αυτό που ο Freud κατονόμασε ως “σκοτεινή ήπειρο”, ήτοι την ίδια τη γυναικεία φύση, ενώ σε ένα άλλο επίπεδο φαντάζει σαν το σκοτεινό φρουδικό “id”, δηλαδή την παρόρμηση και το ένστικτο που συγκρούεται με την κοινωνική ηθική.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία επικοινωνούνται άψογα μέσα από τη σκηνοθεσία του Γ. Χουβαρδά, ο οποίος επιλέγει μια dark cabaret αισθητική με τους ήρωες να παρουσιάζονται επί σκηνής σαν πλάσματα του τσίρκου, αξιοπερίεργα και μυστήρια, με άγνωστες καταβολές ή γνησιότητα. Επιπλέον, τα χρώματα των κοστουμιών, οι γρήγορες εναλλαγές των σκηνών αλλά και οι φωτισμοί και η χρήση καπνογόνων εφέ δημιουργούν μια ψυχεδελική ατμόσφαιρα που σε παρασύρει ακόμα πιο βαθιά στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Τέλος, στη δημιουργία αυτού του ασφυκτικού φαύλου κύκλου στον οποίο παρασύρει η Lulu τα θύματα της συμβάλουν και οι ερμηνείες, οι οποίες με τη σειρά τους χαρακτηρίζονται από το απαιτούμενο weirdness. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια queer παράσταση που στοχεύει στο να μην αρέσει στο θεατή. Αντιδραστική, υπερβολική, αλλόκοτη, είναι φτιαγμένη από την στόφα της μετανεωτερικότητας, η οποία σε παρασύρει πέρα από την “περπατημένη”. Εδώ δεν υπάρχει σωστό και λάθος, δεν υπάρχει αίτιο και αποτέλεσμα, δεν υπάρχουν βεβαιότητες. Υπάρχει μόνο το όνειρο, ο εφιάλτης, το παράδοξο και η αμφισβήτηση κάθε παραδεδεγμένης αξίας.

ΊΔΡΥΜΑ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ (Πειραιώς 206, Ταύρος, 2103418550)

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Μετάφραση:
Γιώργος Δεπάστας
Σκηνικά:
Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια:
Ιωάνννα Τσάμη
Μουσική:
Θοδωρής Οικονόμου
Φωτισμοί:
Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη:
Ειρήνη Φαναριώτη
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη:
Ιωάννα Πιταούλη

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Γιώργος Μπινιάρης, Άλκηστις Πουλοπούλου, Άκης Σακελλαρίου, Αλέκος Συσσοβίτης, Χάρης Φραγκούλης, Νίκος Χατζόπουλος

Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Διακουμοπούλου
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Performingarts&entertainment
Προβολή και Επικοινωνία:Βάσω Σωτηρίου WeWill

Παραστάσεις: Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή στις 20:30,

Σάββατο στις 18:00 και στις 21:00,

Κυριακή στις 20:30

Εισιτήρια: 17 -25 ευρώ

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*