Κακλαμάνη Αθηνά

Κακλαμάνη Αθηνά

Γράφει η Κακλαμάνη Αθηνά


Η Μέρα του Καρναβαλιού είναι το τελευταίο βιβλίο της Μαριλένας Παππά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν. Πρόκειται για ένα σκοτεινό παραμύθι, που ακολουθεί το λογοτεχνικό στυλ και την αισθητική της συγγραφέως, όπως την έχω ήδη γνωρίσει στη νουβέλα της Το Τελευταίο Εμπόδιο, αλλά και στις Φεγγαροκουταλιές της.
Ειδικότερα, η πλοκή ακολουθεί την ιστορία ενός νεαρού αγοριού, που ζει σε ένα απομακρυσμένο χωριό, το οποίο διοικείται ακόμα από πολέμαρχους, που ακολουθούν σκοταδειστικές και αρχέγονες τακτικές, προκειμένου να διατηρούν την εξουσία τους, αλλά και τον φόβο στις καρδιές και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Μέσα, δε, από το προσωπικό τραύμα του ήρωά της, η Μ. Παππά μας διηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης και την πορεία ενός ανθρώπου, μα και μιας ολόκληρης κοινωνίας από το σκοτάδι στο φως. Ως μέσο, μάλιστα, για να το καταφέρει αυτό η συγγραφέας χρησιμοποιεί την έννοια και την δύναμη της τελετουργίας, την οποία ενισχύει μέσα από την ασάφεια, το μυστήριο, τη ρευστότητα και το σκοτάδι που την περιβάλει. Έτσι, η μέρα του Καρναβαλιού αποτελεί επί της ουσίας ένα πέρασμα από μία κατάσταση σε μια άλλη, μια πολιτική παραβολή.
Αυτό που θα εντυπωσιάσει τον αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας σελίδες είναι η μαεστρία με την οποία η Μ. Παππά για ακόμα μια φορά συνθέτει το αποπνικτικό, άχρονο περιβάλλον, μέσα στο οποίο εξελίσσεται η πλοκή. Συγκεκριμένα, με έντονα τα στοιχεία του dark cabaret ο κόσμος της συγγραφέως είναι γεμάτος δυσμορφία και αρρώστια, στοιχεία τα οποία έρχονται να αναδείξουν μόνο την πραγματική παρακμή στην κοινωνία αυτή. Αυτός είναι και ο λόγος που παρότι η νουβέλα φαίνεται απλά σαν άλλη μία ιστορία ενηλικίωσης, στην πραγματικότητα νομίζω ότι αποτελεί ένα βαθύτερο πολιτικό σχόλιο, όμοιο με εκείνο που η συγγραφέας κάνει και στο νεανικό/εφηβικό της μυθιστόρημα Φεγγαροκουταλιές, εντυπωσιάζοντας με τον τρόπο που συνδυάζει τη γλαφυρότητα, την ωμότητα και την σκληρότητα των εικόνων της με τη μαγεία και την ευγένεια της σκέψης της.
Πράγματι, Η Μέρα του Καρναβαλιού δεν είναι μία νουβέλα που μπορεί κανείς να διαβάσει εύκολα, χωρίς να νιώσει την αηδία και τον αποτροπιασμό που επιφέρει ο τρόπος που λειτουργεί η κοινωνία αυτή. Η επιλογή, άλλωστε, της λέξης «καρναβάλι», προκειμένου να αναδειχθεί η τελετουργική του σημασία δεν νομίζω ότι είναι τυχαία, αφού αυτή προέρχεται από τη λατινική λέξη “caro”, που σημαίνει κρέας. Το ανθρώπινο κρέας, λοιπόν, η βαναυσότητα, το ταμπού, ο βιασμός, η παιδοφιλία, η επιβολή είναι μόνο λίγα από τα στοιχεία, που στηρίζεται αυτό το αλλόκοτο τελετουργικό, για το οποίο προετοιμάζεται ολόκληρο το χωριό, χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει την ακριβή σημασία του, πέραν του πολέμαρχου και του προφήτη. Αυτό, μάλιστα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού από την αρχή του ανθρωπίνου πολιτισμού παρατηρείται το φαινόμενο να υπάρχει μέσα στις κοινωνίας ένα ιερατείο, το οποίο έχει γνώση απρόσιτη στον λαό. Από την άλλη μεριά, όσοι διαθέτουν τη γνώση αυτή είναι εκείνοι που ασκούσαν την εξουσία.
Η ζωή, λοιπόν, του μικρού ήρωα στηρίζεται πάνω στη φρίκη και την εκμετάλλευση που υφίσταται, εξαιτίας αυτής του της άγνοιας. Αυτός, μάλιστα, φαίνεται να μην έχει καν όνομα, κάτι το οποίο του στερεί την ιδιότητα του ηθικού του προσώπου (H. Arendt), ήτοι τη δυνατότητα όχι μόνο να είναι ο εαυτός του, αλλά να μπορεί να λειτουργήσει και σαν ήρωας. Η αλλαγή, ωστόσο, μέσα του δεν θα αργήσει να έρθει και η αντίσταση του σύντομα εκδηλώνεται ενάντια στη φρικαλεότητα και το δεσποτισμό, όταν μέσα του φωλιάζει μια ιδέα, ενσαρκώνοντας αυτό που ο Κ. Παλαμάς αναφέρει «φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει, κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είναι πάνου απ’ όλα». Η ιδέα, δε, αυτή δεν είναι άλλη από την Αγάπη, η οποία έρχεται σε αντιδιαστολή με τον Εφιάλτη, τον οποίο ζει. Παράλληλα, από την πρώτη κιόλας πράξη αντίστασης, ο ήρωας απελευθερώνεται από τα δεσμά της δυσμορφίας του, ενώ στο τέλος επιλέγει ο ίδιος το όνομά του, ως την έσχατη κίνηση χειραφέτησής του. Η πορεία, ωστόσο, προς αυτό δεν είναι σπαρμένη με ροδοπέταλα. Αντίθετα, είναι σφυρηλατημένη στη φλόγα της καταστροφής εκ των θεμελίων μιας σάπιας κοινωνίας, προκειμένου να κυοφορηθεί το μέλλον.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι Η Μέρα του Καρναβαλιού έχει τον χαρακτήρα μιας γροθιάς στο στομάχι, αφού στηρίζεται στο ταμπού, σε ωμές εικόνες και μυρωδιές σάπιου κρέατος κάτω από τον καυτό ήλιο και την υγρασία της ζούγκλας, τις οποίες η συγγραφέας αναδεικνύει μέσα από τον έντονο αισθητισμό της γραφής της και την επιλογή του μαγικού ρεαλισμού ως οχήματος για να περάσει το μήνυμά της, ήτοι ότι μέσα από την φωτιά, την αντίσταση και την καταστροφή των θεμελίων μιας παρηκμασμένης κοινωνίας μπορεί να αναδυθεί μια νέα, καλύτερη. Αυτή ακριβώς η διδαχή κάνει τη νουβέλα της Μαριλένας Παππά ιδιαίτερα ριζοσπαστική και τολμηρή, στοιχεία του χαρακτήρα της, τα οποία εντοπίζονται και στα προηγούμενα έργα της. Πολύ περισσότερο, όσο κανείς διαβάζει τη νέα αυτή συγγραφέα, τόσο περισσότερο αναρωτιέται πως γίνεται να κρύβει μέσα της τόσο σκοτάδι και τόσο φως ταυτόχρονα, αφού είναι γεγονός ότι παρά τη φρίκη των εικόνων και των συλλήψεών της, η αισθητική της γραφής της ενέχει κάτι το αιθέριο, το παραμυθένιο, το αλλόκοτα γοητευτικό.


Γράφει η Κακλαμάνη Αθηνά

Ο Ενβέρ Χότζα είναι μία από τις πιο αμφιλεγόμενες πολιτικές φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα, όπως ακριβώς και το κομμουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως η πιο “αυταρχική και κλειστή κομμουνιστική δικτατορία του κόσμου”, εξαιτίας της σταδιακής του απομόνωσης από κάθε άλλη σοσιαλιστική δύναμη, όπως οι υπερδυνάμεις της ΕΣΣΔ και της Κίνας, αλλά και των μικροαστικών, εθνικιστικών εξάρσεων της, στην προσπάθεια διαμόρφωσης μιας νέας κομμουνιστικής αλβανικής συνείδησης.
Πράγματι, είναι γεγονός ότι ο αντιφασιστικός και αντιιμπεριαλιστικός αγώνας του Χότζα, καθώς και η μάχη του ενάντια στον αναλφαβητισμό υπήρξαν κάτι παραπάνω από εμβληματικά, αφού “ο μεγάλος τιμονιέρης” όχι μόνο αρνήθηκε να γίνει μέλος του Αλβανικού Φασιστικού Κόμματος, μετά την ιταλική εισβολή, με προσωπικό κόστος, αλλά άσκησε και τη σωστότερη, αντιιμπεριαλιστική κριτική όσον αφορά τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, την ίδια στιγμή, που το δικό μας, πολύ πιο προοδευτικό Κομμουνιστικό Κόμμα, μόλις πρόσφατα αναγνώρισε τον λάθος χειρισμό της υπόθεσης από την ΕΣΣΔ. Παράλληλα, κατά την δεκαετία του '80 η βιομηχανία της Αλβανίας κατάφερε να συνιστά το μισό του ΑΕΠ της χώρας, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα της ριζικής και ενδεχομένως βίαιης αναμόρφωσης που επιδέχτηκε κατά την περίοδο αυτή η αλβανική κοινωνία είναι η κήρυξη της χώρας ως το πρώτο συνταγματικά άθεο κράτος!
Παρ' όλες, ωστόσο, τις κατακτήσεις του Αλβανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, είναι γεγονός ότι η ως άνω προσπάθεια όχι μόνο δεν έγινε στα πλαίσια ενός διαλόγου με άλλες προοδευτικές δυνάμεις της εποχής, αλλά αντίθετα χτίστηκε πάνω σε αυτό που ο Χότζα αποκαλούσε “τη μόνη θρησκεία της Αλβανίας”, τον λεγόμενο “αλβανισμό”, κίνημα, σύμφωνα με το οποίο οι Αλβανοί είναι ο αρχαιότερος λαός των Βαλκανίων, φυλετικά διαφορετικός από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σε σημείο που οφείλεται να γίνεται λόγος για “αλβανική ιδιαιτερότητα”, που ξεχωρίζει τους Αλβανούς από τους υπόλοιπους λαούς και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε συνεργασία μαζί τους θα “μόλυνε” την ιδιαιτερότητα αυτή.
Ως εκ τούτου, σύντομα το Αλβανικό Κομμουνιστικό Κόμμα επέλεξε τη διεθνή του απομόνωση, κάτι το οποίο “στοίχισε” όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο, αφού η Αλβανία δεν ήταν σε θέση να μπορεί να έχει αυτάρκεια με βάση αποκλειστικά τους δικούς της πόρους, αλλά και σε πολιτιστικό, εγκλωβίζοντας τους Αλβανούς σε έναν ρόλο, στον οποίο καλούνταν να ανταποκριθούν, με κίνδυνο την ίδια την ελευθερία τους! Οποιαδήποτε, δε, εξωτερική επιρροή θεωρούταν προπαγάνδα ενάντια στο χοτζικό καθεστώς και τυχόν υιοθέτηση της τιμωρούταν αυστηρά. Η συντήρηση, άλλωστε, αυτής της εθνικής ιδιαιτερότητας των Αλβανών και η διαφύλαξή από τις κακές επιρροές του έξω κόσμου, χτίστηκε πάνω σε έναν εντονότατο μιλιταρισμό, που κατακρίθηκε από ολόκληρο τον κομμουνιστικό κόσμο της εποχής.
Από τα ανωτέρω γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι ο χοτζικός ιδεότυπος του Αλβανού ήταν τόσο στρατοκρατικός, που καθιστούσε την πραγμάτωσή του εφικτή μόνο στα ρωμαλέα πρόσωπα ανδρών, ενώ από την άλλη μεριά το γυναικείο φύλο φαινόταν να μην εκπροσωπείται στο νέο αυτό είδος ανθρώπου και ως εκ τούτου, μοιραία, η κατανόησή του γινόταν αντιληπτή μόνο μέσα από το παραμορφωτικό πρίσμα αρχαϊκών ηθών και εθίμων της πρότερης οθωμανικής, ημιφεουδαρχικής Αλβανίας. Το γεγονός αυτό, δε, εντεινόταν από το πολιτιστικό αποκλεισμό της χώρας από τα φεμινιστικά κινήματα της εποχής ή τις ιδιαίτερα φιλογύνικες νομοθεσίες που εφαρμόζονταν στην ΕΣΣΔ την ίδια περίοδο. Αυτό ακριβώς το ζήτημα, δηλαδή το πάντρεμα της “αλβανικής ιδιαιτερότητας” με την πολιτισμική απομόνωση του γυναικείου φύλου φαίνεται να αγγίζει το βραβευμένο μυθιστόρημα της Ornela Vorpsi "Η Χώρα που ποτέ δεν πεθαίνεις" σε δραματουργική διασκευή και σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι, το οποίο παρακολουθήσαμε στη σκηνή του Θεάτρου Αττικού Άλσους “Κατίνα Παξινού”.
Ειδικότερα, μέσα από την γυναικεία γραφή της Vorpsi, που ομοιάζει με την μητρικότητα και την υπερβατική τρυφερότητα της Isabel Allende, και την συναισθηματικά φορτισμένη σκηνοθεσία του Φεζολλάρι, ο θεατής καταφέρνει να γίνει μάρτυρας του αλβανικού δράματος, της ανάγκης ενός λαού να έχει τη θέση του στον κόσμο και ταυτόχρονα του τρόπου με τον οποίο στοιχεία της ιδιαιτερότητας αυτής, όπως η σκληρότητα, η περηφάνια, η ικανότητα για επιβίωση, η αντοχή, θέτουν στο περιθώριο την ανθρωπιά και το συναίσθημα. Με αυτό το τρόπο,η παράσταση “Η χώρα που ποτέ δεν πεθαίνεις” επιχειρεί όχι μόνο τη δημιουργία ενός θηλυκού σύμπαντος, που συγκρούεται με την μιλιταριστική συνθήκη, μέσα στην οποία γεννιέται, αλλά και την επιμόρφωση όσον αφορά τα στοιχεία εκείνα των Αλβανών, τα οποία ουδέποτε ασχοληθήκαμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε, παρά την μακροχρόνια συνύπαρξη των λαών μας, που καθιστά την γειτονική χώρα αδελφή μας.
Πράγματι, όλη η παραπάνω ιστορική -πολιτική ανάλυση αποκρυσταλλώνεται τέλεια μέσα από τη ζωή της μικρής Ornela, δίνοντας την αίσθηση ότι ο θεατής δεν είναι παρά ο "κουτσομπόλης γείτονας", που την παρακολουθεί μέσα από την κλειδαρότρυπα του σπιτιού της. Έτσι, μέσα από τις εξομολογήσεις ενός μικρού κοριτσιού μεταλαμπαδέται όλο το ιστορικό δράμα ενός λαού, με μοναδικό όχημα το συναίσθημα και την ποίηση που δημιουργεί η ίδια η καθημερινότητα, αφού ο θεατής νιώθει πολύ σύντομα άνετα και οικεία μέσα στο μικρό αυτό σύμπαν που δημιουργείται πάνω στη σκηνή. Σε αυτό, δε, συμβάλλουν οι ζωηροί διάλογοι, η ιδανική ισορροπία μεταξύ του δραματικού και του κωμικού στοιχείου, αλλά και η ειλικρίνεια του κειμένου, που απευθύνεται κατευθείαν στην καρδιά, κάνοντας, ωστόσο, ένα ιδιαίτερα πολιτικό σχόλιο, φεμινιστικού και αντιρατσιστικού χαρακτήρα και ανάγοντας τις ιδιαιτερότητες ενός λαού, χρόνια υποτιμημένου και τιθέμενου στο περιθώριο της διεθνούς σκηνής, στο αντικείμενο της γλυκιάς μελαγχολίας και της βαθύτατης ανθρωπιάς, που περιβάλει την ποίηση.
Παράλληλα, η σκηνοθεσία του Φεζολλάρι επιτυγχάνει να συνδυάσει τη Μορφή με το Περιεχόμενο, αυτό, δηλαδή, που αποτελεί το πραγματικό στοίχημα στη σύγχρονη Τέχνη. Έτσι, η μιλιταριστική και αυταρχική συνθήκη του χοτζικού καθεστώτος, αποτυπώνεται υπέροχα όχι μόνο στο σκηνικό, ένα χώρο γεμάτο σύμβολα και αρχές, που στρέφονται βίαια ενάντια στα συναισθήματα και τις επιθυμίες των ηρωίδων, αλλά και στις ίδιες τις ερμηνείες των ηθοποιών, οι οποίες ομοιάζουν με μανιφέστα και παραπέμπουν σε αυτό που ο Μπρεχτ αποκαλούσε “αποστασιοποιημένη ερμηνεία”. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, χαρακτηρίζονται από αμφιθυμία. Την ίδια από την οποία φαίνεται να πάσχει και ο ίδιος ο αλβανικός λαός, θέλοντας να βάλει πλώρη για νέους τόπους, δίχως να μπορεί, ωστόσο, να αφήσει πίσω του τον ρόλο μέσα στον οποίο αισθάνεται μοναδικός, ιδιαίτερος, δυνατός. Στην ενίσχυση της συναισθηματικής αυτής φόρτισης και της σύγκρουσης, που αισθάνεται ένας άνθρωπος όταν αρχίζει να δρα σαν κοινωνικό αυτόματο, συμβάλει και η επιλογή της μουσικής της παράστασης, μεταπηδώντας από τον λυρισμό της ανθρώπινης ύπαρξης στην έπαρση μιας σχεδόν μεταφυσικής υπεροχής, που αυτοαναιρείται συνεχώς.
Από τα ανωτέρω, λοιπόν, προκύπτει ότι μέσα από την παράσταση “Η χώρα που ποτέ δεν πεθαίνεις” αναδεικνύεται η γυναικεία βιωματικότητα, η οποία γίνεται το όχημα ενός πολιτικού σχολιασμού και το αντικείμενο της ιστορικής μνήμης ενός λαού. Από την άλλη μεριά, το αντρικό στοιχείο απουσιάζει εντελώς και υπάρχει στη σκηνή μόνο δια των συμβόλων του, τα οποία έχουν το πρόσωπο του κρατικού μηχανισμού, κάτι που καταρρίπτει ένα ακόμα ιδεολόγημα, ήτοι ότι το κράτος περιβάλλεται, δήθεν, από έμφυλη ουδετερότητα. Πράγματι, εκεί ακριβώς έγκειται και η ιδιαιτερότητα της παράστασης, αφού το γυναικείο βίωμα και το συναίσθημα βρίσκεται εδώ και αιώνες στο πολιτισμικό περιθώριο, ενώ ζητήματα πολιτικής συνήθως προσεγγίζονται μέσα από μια περισσότερο αντρική, αυστηρά ορθολογική οπτική.
Αντίθετα, στον κόσμο της Vorpsi και του Φεζολλάρι η γυναικεία φαντασία, η κοριτσίστικη διάθεση, η μητρική φροντίδα, ο γυναικείος μικρόκοσμος, όμοιος με αυτόν που έχουμε βιώσει όλοι ακούγοντας τις γιαγιάδες μας να μιλούν ψιθυριστά μέσα στους τοίχους κάποιας κουζίνας, μπαίνουν στο προσκήνιο, αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι έχουν τη θέση τους στον ανθρώπινο πολιτισμό, αλλά αποτελούν και ικανά μέσα ανάλυσης του κόσμου μας, συνδέοντας τη γυναικεία φωνή με το δημόσιο λόγο! Το μόνο, δε, συναίσθημα που σου μένει στο τέλος της παράστασης δεν είναι παρά μια βαθιά συγκίνηση και αγάπη για τον Άνθρωπο. Την ψωροπερηφάνια του. Τις κρυφές επιθυμίες του. Τις πιο ντροπιαστικές στιγμές του. Τα πιο τρελά του όνειρα. Αγάπη για εκείνον που αγωνίζεται ενάντια στα δεσμά του, το βιολογικό και κοινωνικό του πεπρωμένο, μια εθνολογική και φυλετική ταυτότητα που του επιβλήθηκε βίαια, αποστερώντας του την ευκαιρία να γίνει αυτό που πάντα ήθελε. Το μυθολογικό τέρας του Αλβανού, που δεν επιτρέπει στον εαυτό του να πεθάνει και εξακολουθεί να πορεύεται με δανεικά παπούτσια σε πολιτείες άγνωστες. Πολυμήχανος, ατρόμητος, ικανός, παντοδύναμος, ανθεκτικός, σε κάνει να σκέφτεσαι πως ο θάνατος μοιάζει τελικά πιο ανθρώπινος από τον ίδιο, κερδίζοντας την συμπάθεια και την βαθειά ανάγκη να τον πάρεις τρυφερά στην αγκαλιά σου.

Μετάφραση: Μαρία Σπυριδοπούλου
Διασκευή - Σκηνοθεσία: Ένκε Φεζολλάρι
Ερμηνεύουν: Αμαλία Αρσένη, Vefi Redhi, Αθηνά Καραγιώτη
Πρωτότυπη Μουσική: Κώστας Λειβαδάς
Σύμβουλος δραματουργίας: Κάτια Σωτηρίου
Σκηνικός χώρος - Κοστούμια: Γιώργος Λιντζέρης
Φωτισμοί: Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Κουταλιανού
Φωτογραφίες: Γιώτα Εφραιμίδου
Σχεδιασμός αφίσας - έντυπο υλικού: Μαρίνα Δρακάτου
Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός Θέατρο
Διάρκεια παράστασης: 85 λεπτά
*Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πλέθρον



Ο Πολυχώρος VAULT

παρουσιάζει

την

παράσταση

«Καραϊσκάκενα, o Θρύλος»

της

Σοφίας Καψούρου

σε

σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά

με τη

Σοφία Καψούρου

στον

ρόλο της Ζωής Διαμάντως Διμισκή

Από το Σάββατο 2 Απριλίου

κάθε Σάββατο στις 21:15 και Κυριακή στις 21:15

Ο μονόλογος της Σοφίας Καψούρου «Καραϊσκάκενα, o Θρύλος», βασισμένος στη ζωή της μητέρας του Γεώργιου Καραϊσκάκη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά με τη Σοφία Καψούρου στον ρόλο της Ζωής Διαμάντως Διμισκή, έρχεται στον Πολυχώρο VAULT από το Σάββατο 2 Απριλίου και συστήνει για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό τη Μάνα του Γεώργιου Καραϊσκάκη, την Καλόγρια, τη Ζωή Διαμάντω Διμισκή.

Ένα αντιπολεμικό έργο σε καιρό πολέμου.

Ένα έργο ύμνος στη γυναίκα και την ελευθερία της.

Φόρος τιμής στο ποδόσφαιρο και την ομορφιά του.

Η Καραϊσκάκενα, Μάνα του ήρωα Καραϊσκάκη, δεν γέννησε μόνο την Επανάσταση, η Καραϊσκάκενα είναι η Επανάσταση.

Το έργο ξεκινάει με την απόλυτη ανατροπή: Η Καραϊσκάκενα η Καλόγρια, στο κελί της, παρακολουθεί έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τη Φενέρμπαχτσε. Ένθερμη οπαδός του Ολυμπιακού, της ομάδας που έδρα της είναι το στάδιο που φέρει το όνομα του Γιου της, του σπουδαίου αρχιστράτηγου της Επανάστασης, άριστη γνώστρια της ιστορίας της ομάδας, αιώνια θαυμάστρια του αείμνηστου Θανάση Μπέμπη και της ντρίμπλας του, αφηγείται τη ζωή της, τις δυσκολίες που συνάντησε για να αναθρέψει τον μικρό Γιώργη και ξαναζεί τη γέννηση του Γιου της αλλά και τον θάνατό του. Ο αγώνας τελειώνει με τους Έλληνες νικητές. Ο Ολυμπιακός βάζει γκολ. Ο αθλητισμός είναι ο μεγάλος νικητής.

Η Μάνα Καλόγρια. Η Μάνα Φίλαθλος. Η Μάνα Γυναίκα.

Η Μάνα που δεν έγινε ποτέ σύζυγος. «Μ’ όποιον θέλω τον έκανα. Με τον Θεό τον έκανα», απαντάει περήφανη στην Ιστορία. Η Καραϊσκάκενα κάθε Κυριακή πάει στο Φάληρο, στο Γήπεδο Καραϊσκάκη να μυρίσει το γρασίδι, να μυρίσει το παιδί της. Να τιμήσει τον γιο της. Τον Γιώργη της. Τον Αϊ-Γιώργη των Ελλήνων.

Πώς γεννιούνται οι ήρωες; Πώς πεθαίνουν; Πώς τους θυμόμαστε;

Το πιο σημαντικό για τον άνθρωπο είναι η μήτρα. Από πού έρχεται, ποιος είναι, πού πάει. Ποιον πολεμάει. Τη ρίζα του ή τη σκιά του. Μέσα από τις θεατρικές συντεταγμένες χαρτογραφείται το τοπίο της Επανάστασης, αποκαλύπτονται οι αντιφάσεις της εποχής, η θέση της γυναίκας τότε. Όλα τόσο επίκαιρα, γιατί... ό,τι ήταν όμορφο μία φορά, είναι για πάντα. Ό,τι ήταν άσχημο μία φορά, θα ’ναι για πάντα.

«Καραϊσκάκενα, Ο Θρύλος»

Αρκούν έντεκα για έναν Θρύλο; Και ποιοι είναι αυτοί; Και σε ποια εποχή ανήκουν;

Ό,τι είναι αθώο μία φορά, είναι για πάντα. Η Καραϊσκάκενα συνθέτει την ιδανική ενδεκάδα: «Θανάσης Μπέμπης, Ηλίας Υφαντής, Ηλίας Ρωσίδης, Γιώργος Σιδέρης, Γιώργος Δαρίβας, Ανδρέας Μουράτης, Μπάμπης Κοτρίδης, Μπάμπης Δρόσος, Μίμης Στεφανάκος, Νίκος Γιούτσος –Έμπαινε Γιούτσο!!– και στο τέρμα Παναγιώτης Κελεσίδης. Αυτοί είναι οι άντρες σου, Γιώργη μου. Αυτοί είναι οι άντρες του Καραϊσκάκη. «Θ ρ ύ λ ο ς!».

Λόγος «έφιππος» όπως η εικόνα του Καραϊσκάκη. Γλώσσα εξομολογητική, παραστατική, ποιητική, με ακαριαίες και ακραίες εναλλαγές χιούμορ και συγκίνησης. Σκηνοθεσία ανθρωποκεντρική, αντισυμβατική, με ευαισθησία, σκηνική ειλικρίνεια, αμεσότητα. Μουσική πρωτότυπη, εξωκοσμική, με αναφορά στους βυζαντινούς ψαλμούς και σύγχρονο μυστικιστικό ήχο. Σκηνικά εμπνευσμένα από τον εσωστρεφή μοναστηριακό βίο. Ενδυματολογικός κώδικας με συμβολικές άχρονες λεπτομέρειες.

Η Ζωή είναι αγώνας. Η Μάνα του Καραϊσκάκη, η Καραϊσκάκενα, ερυθρόλευκη στην ψυχή και στο πάθος, αυθόρμητη και αθυρόστομη, αιχμηρή και ανυπόταχτη, ερωτική και αιρετική, ανορθόδοξη πιστή της ορθοδοξίας, μια «ροκ» προσωπικότητα σε εξορία, θα γίνει ένα με όλους.

Λίγα Λόγια για το Φεστιβάλ «Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ... »

Η «Καραϊσκάκενα, o Θρύλος» είναι η τρίτη παράσταση με την οποία επανεκκινεί το θεατρικό project «Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ... », ένα θεατρικό φεστιβάλ μονολόγων, με εμπνευστή και καλλιτεχνικό διευθυντή τον Δημήτρη Καρατζιά, που φέρνει επί σκηνής μάνες σπουδαίων Ελλήνων. Ήδη παρουσιάζονται στο VAULT «Η Μάνα Αυτουνού...Έλλη Ζάχου Ταχτσή» (βασισμένη στη ζωή της μητέρας του Κώστα Ταχτσή) της Κικής Μαυρίδου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Λάσκαρη, με τη Ράνια Σχίζα στον ρόλο της Έλλης Ζάχου Ταχτσή και η «Χαρίκλεια Καβάφη» (βασισμένη στη ζωή της μητέρας του Κωνσταντίνου Καβάφη) σε κείμενο-σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη, με την Ασπασία Κράλλη στον ρόλο της Χαρίκλειας Καβάφη.

Το φεστιβάλ «Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ... » είναι αφιερωμένο στη μνήμη της αγαπημένη μας συνεργάτιδας Χρύσας Σπηλιώτη. Εγκαινιάστηκε το 2017. Περιλάμβανε πέντε έργα που έγιναν παραστάσεις και γνώρισαν μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Συγγραφέας: Σοφία Καψούρου
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Μάνος Αντωνιάδης

Σκηνικό / Κοστούμι: Γιώργος Λιντζέρης

Κατασκευή Σκηνικού: Κώστας Μπακάλης

Αγιογραφίες: Κική Μαυρίδου

Κατασκευή κοστουμιού: Παναγιώτα Τσομπανάκη (Ατελιέ Τσομπανάκη)

Σχεδιασμός φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας

Φωτογραφίες παράστασης: Χριστίνα Φυλακτοπούλου

Αφίσα παράστασης: Γιάννης Κεντρωτάς

Trailer / Κινηματογράφηση: ORKI Productions

Πρόγραμμα παράστασης: Εκδόσεις Αιγόκερως

Επικοινωνία / Προώθηση παράστασης: Χρύσα Ματσαγκάνη

Βοηθοί σκηνοθέτες: Ελένη Μαζνώκη, Χρήστος Παναγιώτου, Κατερίνα Πουλέα, Όλγα Σούρσου, Δημήτρης Τζούκας, Λάμπρος Τζώρας

Παραγωγή: Team Vault AMKE

Στον ρόλο της Ζωής Διαμάντως Διμισκή η Σοφία Καψούρου

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΘΕΑΜΑΤΩΝ
ΗΜΕΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ:

Από το Σάββατο 2 Απριλίου κάθε Σάββατο στις 21:15 και Κυριακή στις 21:15

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 60' (χωρίς διάλειμμα)

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ:

Προπώληση Viva.gr : https://www.viva.gr/tickets/venues/polyxoros-vault/

Γενική είσοδος: 12 ευρώ

Μειωμένο Εισιτήριο: 10 ευρώ (Φοιτητές /Σπουδαστές /Κάτοχοι Κάρτας Πολυτέκνων /ΑμΕΑ /Άνω των 65 ετών/Κάτοχοι Κάρτας Ανεργίας)

*Το φεστιβάλ «Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ... » πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη και την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού

*Το έργο της παράστασης θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Αιγόκερως σε πρόλογο Γιώργου Βέλτσου

*ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ

*Κατά την είσοδό τους στο θέατρο οι θεατές οφείλουν να επιδεικνύουν πιστοποιητικό εμβολιασμού ή νόσησης, καθώς και πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας (αστυνομική ταυτότητα, διαβατήριο, δίπλωμα οδήγησης). Στην παράσταση θα τηρηθούν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα προστασίας από τον Covid-19.

Πολυχώρος VAULT THEATRE PLUS

FB Page: http://www.facebook.com/VAULTTheatreGr1

Instagram: vault.theatre.plus (https://www.instagram.com/vault.theatre.plus/?hl=el)

Μελενίκου 26 Γκάζι, Βοτανικός

Πλησιέστερος σταθμός μετρό: Κεραμεικός (8' περίπου με τα πόδια)

Πληροφορίες (11:00 - 14:00 & 17:00 - 21:00) : 213 0356472, 6951832070

Προπώληση viva.gr : https://www.viva.gr/tickets/venues/polyxoros-vault/

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.




Γράφει η Κακλαμάνη Αθηνά


Είναι απίστευτη η μοναξιά που αισθάνεται κανείς όταν χάνει από τη ζωή του έναν άνθρωπο, που αγαπούσε πολύ. Ξαφνικά όλα του τον θυμίζουν, δεν μπορεί να απολαύσει πράγματα που άλλοτε του έδιναν χαρά, νιώθει ότι δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του, ούτε να προχωρήσει , χωρίς να έχει εκείνον το άνθρωπο δίπλα. Είναι σαν να βιώνει έναν μικρό θάνατο. Αυτού του είδους τη μοναξιά διερωτώνται αν μπορούν να νικήσουν οι ήρωες της παράστασης του Χρήστου Λύγκα πάνω στη μικρή σκηνή του Vault, μέσα από το δραματοποιημένο κείμενο του Νηλ Λαμπιούτ και έτσι η παράσταση “Πως να νικήσεις τη μοναξιά;”. Το ερώτημα, δε, δεν εμπίπτει σε εκείνα των διάφορων βιβλίων life coaching, που έχουν κατακλύσει την αγορά και, δη, την αμερικανική κοινωνία, αλλά στην κατηγορία του υπαρξιακού δράματος.
Πράγματι, πάνω στην θεατρική σκηνή του vault ένα ανθρώπινο δράμα ξεδιπλώνεται, από εκείνα που υπάρχουν πίσω από κάθε κλειδαρότρυπα, τόσο προσωπικό και συλλογικό ταυτόχρονα. Έτσι, οι θεατές γινόμαστε μάρτυρες της ιστορίας της Τζόντυ και του Μπραντ, του “τέλειου ζευγαριού”, το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια δύσκολη επιλογή απέναντι στην φρικτή ασθένεια της Τζόντυ, η οποία θα οδηγήσει κάποια στιγμή μοιραία στο τέλος της. Από την άλλη μεριά, ο Τέητ, ένας βασανισμένος άντρας, σημαδεμένος στην μικρή αμερικάνικη επαρχιακή πόλη από το παρελθόν του, αποτελεί ακριβώς το αντίθετο. Γεννημένος outsider και εμφανώς μοναχικός είναι το πρόσωπο -κλειδί στο πρόβλημα της Τζόντυ, ανασύροντας μνήμες και συναισθήματα από την εποχή που ήταν και οι δύο μαθητές. Η συνάντηση των τριών αυτών ηρώων θα ανασύρει με τη σειρά της μια πληθώρα ερωτημάτων γύρω από τη ζωή, το θάνατο, την επιλογή σε αυτόν, καθώς και τον έρωτα, την ελευθερία στις σχέσεις, αλλά και τον τρόπο που ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το “μοιραίο”.
Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι η παράσταση “Πως να νικήσεις τη μοναξιά;” είναι από εκείνες με έντονο το φιλοσοφικό -υπαρξιακό περιεχόμενο, ενώ ταυτόχρονα πραγματεύεται και ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κοινωνικά, ηθικά και θρησκευτικά ζητήματα, τόσο στην Αμερική, όσο και σε όλο τον κόσμο, γύρω από το δικαίωμα των ανθρώπων στην ευθανασία. Το περιεχόμενο αυτό υπογραμμίζει η σκηνοθεσία του Χρήστου Λύγκα, η οποία διακρίνεται από ατμοσφαιρικότητα και μια αίσθηση διαρκούς κενού, όμοιου με αυτό που μένει μέσα στους ήρωες στο τέλος της παράστασης και της μοναξιάς που εκείνοι πράγματι αισθάνονται.
Από την άλλη μεριά, οι ερμηνείες των ηθοποιών χαρακτηρίζεται από αμηχανία, η οποία λειτουργεί δηλωτικά όσον αφορά την ουσία των όσων πραγματεύεται η παράσταση και με αυτόν τον τρόπο καθίστανται σύμβολα και εκφραστές μιας κοινής γνώμης διχασμένης πάνω στο ζήτημα, μα ταυτόχρονα μουδιασμένης. Παρ' όλα αυτά, ήτοι τη αδυναμία επεξεργασίας όσων δεδομένων ξεπερνούν τον άνθρωπο, της αγάπης και του θανάτου και παρ' όλο που η κάθαρση στο τέλος της παράστασης παραμένει ημιτελής, το ερώτημα της παράστασης απαντάται τελικά δια στόματος του Τέητ, ενός ανθρώπου που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μόνος, σαν κοινωνικό απόβλητο και με αυτόν τον τρόπο εγκαταλείπει και τη σκηνή, βυθίζοντας τη -όπως ακριβώς και τις σκέψεις του κοινού -στη σιωπή.

Vault (Μελενίκου 26 Γκάζι, Βοτανικός, 213 0356472, 6951832070)
Συγγραφέας: Νήλ Λαμπιούτ
Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία: Χρήστος Λύγκας
Δραματουργική Επιμέλεια: Τόρστεν Ίσραελ
Εικαστικό Περιβάλλον: Γιάννης Μετζικώφ – Πρώτες Ύλες
Μουσική: Γιώργος Κουμεντάκης
Μουσική Επιμέλεια: Νίκος Τριβουλίδης
Σχεδιασμός φωτισμού: Πρώτες Ύλες
Φωτογραφίες: Νάσια Στουραΐτη
Γραφιστικά: Γιώργος Κτενίδης
Επικοινωνία/ Δημόσιες Σχέσεις: Χρύσα Ματσαγκάνη
Παραγωγή: Θεατρικός Οργανισμός «Πρώτες Ύλες»
Ερμηνείες: Μαρία Μπρανίδου, Χρήστος Λύγκας, Γεράσιμος Μαύρος
Παραστάσεις: Σάββατο στις 21:00 & Κυριακή στις 18:00
Είσοδος: 13, 10, 8 ευρώ
Διάρκεια παράστασης: 100 λεπτά


*Η παράσταση “Πώς Να Νικήσεις την Μοναξιά” πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού





Σελίδα 1 από 4

Επιλέξτε Θέατρο

Θέατρο

Επιλέξτε Παράσταση

Παράσταση

Σύνθετη Αναζήτηση

Είδος

Ημέρα

Περιοχή

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

« Αύγουστος 2022 »
Δευ Τρί Τετ Πέμ Παρ Σάβ Κυρ
1 2 3 4 5 6 7
8 9 10 11 12 13 14
15 16 17 18 19 20 21
22 23 24 25 26 27 28
29 30 31        

ΘΕΑΤΡΟ.GR Τα πάντα για το Θέατρο

Θέατρο Παραστάσεις: Όλος ο κόσμος του Θεάτρου στην οθόνη σου! Παραστάσεις, κριτικές, συνέντευξεις, διαγωνισμοί κ.α.

O ιστότοπος μας χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.