Συνέντευξη της ηθοποιού Κατερίνας Μαρία Σαλταούρα με αφορμή την παράσταση «Βάσσα-Μια μητέρα»
1. Συμμετέχετε στην παράσταση της Λίλλυς Μελεμέ “Βάσσα”. Πείτε μας λίγα λόγια για την παράσταση.
Η παράσταση «Βάσσα – μια μητέρα» στο θέατρο Arroyo, σε σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ, είναι μια βουτιά στα έγκατα μιας οικογένειας που, ενώ εξωτερικά δείχνει ακλόνητη, εσωτερικά έχει ήδη αποσυντεθεί. Πρόκειται για μια παράσταση που εξερευνά τα όρια της αγάπης και της κτητικότητας. Αποκαλύπτοντας πώς το κυνήγι του χρήματος και της εξουσίας μεταλλάσσει τους ανθρώπους σε κάτι σχεδόν εφιαλτικό. Είναι ένα έργο σκληρό, αλλά με μια τρομερή εσωτερική ένταση, όπου όλοι οι ήρωες —ανάμεσά τους και η Ντούνια, την οποία υποδύομαι— είναι εγκλωβισμένοι σε ένα παιχνίδι επιβίωσης. Δεν υπάρχει χώρος για συναισθηματισμούς, μόνο για στρατηγική.
2. Ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος σας; Πως τον προσεγγίσατε;
Υποδύομαι την Ντούνια, την οικονόμο της οικίας Ζελεζνόφ. Είναι ένας χαρακτήρας που ακροβατεί ανάμεσα στην απόλυτη ευσέβεια και τον απόλυτο κυνισμό. Μια γυναίκα βαθιά συντηρητική, σιωπηλή και άκαμπτη, της οποίας η διπλή της φύση αποτελεί και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του ρόλου. Με μια πρώτη ματιά, βλέπουμε μια γυναίκα αφοσιωμένη στην τήρηση των κανόνων και του "πρωτοκόλλου". Όμως, παρατηρώντας την καλύτερα, φανερώνεται η σκοτεινή της πλευρά: η Ντούνια έχει φτιάξει έναν ολόκληρο μηχανισμό επιβίωσης μέσα στο σπίτι. Παρόλο που δέχεται βία και απόρριψη από τους γύρω της, δεν λυγίζει· αντίθετα, παρατηρεί και καταγράφει τα πάντα προκειμένου να εργαλειοποιήσει την κάθε αδυναμία της οικογένειας προς όφελος της. Όταν όμως ο προστάτης της, ο Ζαχαρ Ζελεζνόφ, φεύγει από τη ζωή, η Ντούνια σπάει. Αρχίζει με άξονα τον συμφέρον της να ζυγίζει προσεκτικά με ποιαου το μέρος πρέπει να πάει για να διασφαλίσει την υπόληψη και τη θέση της παραμένοντας όμως μέχρι τέλους μια υποδειγματική αλλά απόλυτα προσποιητή οικονόμος.
Για να την προσεγγίσω, πιάστηκα αρχικά από τα αντιφατικά της στοιχεία: από τη μία πλευρά η απόλυτη υποταγή –καθώς ως οικονόμος ανήκει στο υπηρετικό προσωπικό– και από την άλλη η ειρωνεία και ο κυνισμός που αντλεί από τη στενή της σχέση με τον Ζαχάρ, όντας το δεξί του χέρι. Στην προσέγγισή μου έδωσα μεγάλη σημασία στο βλέμμα και στη στάση του σώματος. Η Ντούνια δεν χρειάζεται να φωνάξει για να δείξει την περιφρόνησή της. Αρκεί μια αιχμηρή ματιά ή μια μικρή κλίση του σώματος. Δούλεψα πολύ πάνω στην "απειλητική" της ακινησία· είναι ένας άνθρωπος που, ακόμα και όταν δεν μιλάει, η παρουσία της στον χώρο γίνεται αισθητή σαν μια διαρκής, σιωπηλή κρίση για όσα συμβαίνουν γύρω της.
3. Στο χώρο της ψυχανάλυσης αναφέρεται συχνά ότι ένα άτομο είναι πραγματικά ελεύθερο μόνο όταν απαλλαχθεί από τους γονείς του. Ο Τζιμ Μόρισον συχνά στις συνεντεύξεις του δήλωνε ψευδώς ότι είναι ορφανός γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο. Πιστεύετε ότι η οικογένεια, ειδικά στην Ελλάδα όπου ζούμε, είναι μια πηγή ανελευθερίας;
Η οικογένεια είναι ένας πυρήνας που μπορεί να προσφέρει την απόλυτη ασφάλεια, αλλά και την απόλυτη φυλακή. Στην Ελλάδα, αυτό το συναίσθημα είναι αρκετά γνώριμο, καθώς ζούμε σε μια κοινωνία όπου ο ομφάλιος λώρος αργεί πολύ να κοπεί. Το "τι θα πει ο κόσμος" και η διατήρηση της καλής υπόληψης μπαίνουν συχνά πάνω από τα "θέλω" και την ελευθερία των «προστατευόμενων μελών» μιας οικογένειας. Όμως, το ενδιαφέρον στην Ελλάδα του 2026 είναι ότι κινούμαστε ανάμεσα σε δύο άκρα χωρίς καμία ισορροπία. Από τη μία πλευρά, επιβιώνει ακόμα αυτή η κλειστή, παραδοσιακή δομή που πνίγει τα παιδιά μέσα στις προσδοκίες των γονιών τους. Από την άλλη, περνάμε στο ακριβώς αντίθετο άκρο: σε μια πλήρη έλλειψη ορίων και ελέγχου.
Όπως και στο σπίτι των Ζελεζνόφ, έτσι και σε πολλά σύγχρονα σπίτια, οι σχέσεις συχνά δεν βασίζονται στην αυθεντική αγάπη, αλλά στην κτητικότητα ή στην απόλυτη αδιαφορία. Κινούμαστε από την ασφυκτική καταπίεση στην απόλυτη ασυδοσία, χωρίς μέτρο. Η πραγματική ελευθερία που ανέφερε ο Μόρισον δεν είναι απαραίτητα η "ορφάνια", αλλά η ικανότητα να σπάσεις αυτή την παθογένεια.
4. Σε μια εποχή που κυριαρχούν σύγχρονα μέσα και ερεθίσματα, τι έχει να προσφέρει το Θέατρο στον κόσμο;
Σε έναν κόσμο που έχει γίνει τρομακτικά ψηφιακός και "γρήγορος", το θέατρο θα τολμούσα να πω πως είναι το τελευταίο οχυρό της ανθρώπινης ανάσας. Έχουμε σταματήσει να σκεφτόμαστε, έχουμε σταματήσει να "κουραζόμαστε" ψυχικά για να βρούμε την αλήθεια μας. Η ζωή μας έχει καταντήσει μια σειρά από εντολές, περιμένοντας έτοιμες και «τυπικά σωστές» απαντήσεις. Δεν είμαι ενάντια στην τεχνολογική ανάπτυξη, ούτε στη χρήση των σύγχρονων μέσων που πράγματι έχουν βελτιώσει αισθητά την καθημερινότητά μας. Όμως, όσο κι αν η ζωή μας απλοποιείται ψηφιακά τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτό που συμβαίνει στη σκηνή: το ζωντανό σώμα που πάλλεται, τον ιδρώτα, την παύση που κόβει την ανάσα, το βλέμμα που αγκαλιάζει το βλέμμα του άλλου. Το θέατρο προσφέρει την αλήθεια του "τώρα". Είναι μια στιγμή που δεν θα επαναληφθεί ποτέ ξανά ίδια. Στην εποχή της απομόνωσης πίσω από ένα κινητό, το θέατρο μας αναγκάζει να καθίσουμε στο σκοτάδι δίπλα σε έναν άγνωστο και να νιώσουμε το ίδιο πράγμα. Μας θυμίζει ότι είμαστε ακόμα άνθρωποι, με σάρκα και οστά, με φόβους και πάθη που δεν χωράνε σε κανένα scroll down.
5. Τι σας έκανε προσωπικά να ασχοληθείτε με αυτό;
Αυτό που με κέρδισε στο θέατρο, και συνεχίζει να με γοητεύει, είναι αυτή η αδιαπραγμάτευτη αλήθεια του· το γεγονός ότι τίποτα δεν είναι τυποποιημένο, τίποτα δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Είναι ένας χώρος όπου δοκιμάζεις και δοκιμάζεσαι ασταμάτητα. Όσο δουλεύεις έναν ρόλο, μπαίνεις σε μια ανακαλυπτική πορεία που γίνεται σχεδόν εθιστική. Είναι συγκλονιστικό να ξεκινάς από ένα "δεν ξέρω", "δεν μπορώ", από έναν φόβο ή μια δυσκολία, και μέσα από την πρόβα και την αναζήτηση, αυτό να μεταμορφώνεται σε ένα "δες τι μπορώ να κάνω". Αυτή η συνεχής αποκάλυψη νέων πτυχών του εαυτού μου μέσα από τους ρόλους, η διαδικασία του να εκπλήσσω τον ίδιο σου τον εαυτό, την ψυχή, το σώμα και τη φωνή μου, είναι ο λόγος που επέλεξα και συνεχίζω να επιλέγω το θέατρο. Είναι μια ζωντανή διαδικασία που σε κρατάει πάντα σε εγρήγορση.