Συνέντευξη με τον Μάνο Θηραίο και τον Βλάση Πασιούδη με αφορμή την παράσταση «Η Φώκια» που ανεβαίνει στο Θέατρο Άβατον
Μετά τις «Λέξεις των Άλλων», τι ήταν αυτό που σας οδήγησε ξανά σε μια κοινή θεατρική διαδρομή, με την παράσταση «Φώκια»;
Μάνος Θηραίος: Για εμένα προσωπικά, η συνέχεια της συνεργασίας μας με τον Βλάση ήταν ένας αυτονόητος μονόδρομος. Η τυχαία γνωριμία μου μαζί του, όταν εμφανίστηκε σχεδόν τελευταία στιγμή για να αναλάβει τον ρόλο του Άρη στις «Λέξεις» υπήρξε αποκαλυπτική σε πολλαπλά επίπεδα. Κατ’ αρχάς είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός –κι αυτό δεν το λέω μόνο εγώ, αποτελεί κοινή διαπίστωση. Πέραν αυτού, έχει αρετές που μπορεί να θεωρούνται αυτονόητες, όμως εκλείπουν σταδιακά. Είναι δουλευταράς, ας πούμε, βάζει κάτω το κεφάλι και εργάζεται σκληρά μέχρι να γίνουν όλα σωστά. Αφοσιώνεται με ψυχή και σώμα σε ό,τι αναλαμβάνει κι αυτό είναι σπουδαίο στις μέρες μας όπου οι περισσότεροι λέμε πολλά, αλλά πράττουμε λίγα. Οπότε, από τη θέση του συγγραφέα, εννοείται πως με ιντριγκάρισε η ιδέα να δω τον Βλάση να μεταμορφώνεται ξανά, σε έναν άλλο ρόλο, κόντρα σε αυτόν που τον απολαύσατε στις «Λέξεις». Επί πλέον, διαπιστώναμε όσο περνούσε ο καιρός πως έχουμε την ίδια ματιά για το θέατρο, το ίδιο όραμα και το κυριότερο πως μπορεί και διαβάζει πίσω από τις λέξεις του κειμένου μου, ανιχνεύοντας όχι μόνο τον ρόλο αλλά και τις συνθήκες που τον διαμόρφωσαν, χωρίς να έχουμε συζητήσει το παραμικρό. Άρα, μονόδρομος.
Βλάσης Πασιούδης: Μεγαλώνοντας διαπιστώνω πως δυσκολεύομαι όλο και περισσότερο να δεθώ και να συνυπάρξω ουσιαστικά με ανθρώπους. Υπάρχουν, όμως, κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις -και μία από αυτές είναι ο Μάνος Θηραίος. Μετά τις «Λέξεις των Άλλων» ένιωσα πως δεν είχαμε εξαντλήσει όσα μπορούσαμε να πούμε μαζί. Υπήρχε μια εμπιστοσύνη, μια κοινή γλώσσα, μια αίσθηση ότι πατάμε στο ίδιο έδαφος. Θυμάμαι σαν τώρα, περίπου έναν χρόνο πριν, όταν μου είπε ότι θέλει να μου γράψει έναν μονόλογο. Πέταξα από τη χαρά μου -αν και, για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν βέβαιος ότι θα γινόταν πράξη. Κι όμως, σήμερα βρισκόμαστε λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα της «Φώκιας», συζητώντας για κάτι που ξεκίνησε ως επιθυμία και έγινε πραγματικότητα. Πιστεύω βαθιά πως ο Μάνος δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει πόσο σπάνιο είναι αυτό που κάνει και πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν τέτοιες φωνές στον χώρο μας. Οπότε θα συμφωνήσω με τον ειδικό στις λέξεις ότι η συνέχιση της συνεργασίας μας ήταν μονόδρομος .
Η παράσταση χαρακτηρίζεται ως «μονόλογος-εμπειρία» αλλά και ως «πολυπρόσωπο έργο για έναν ηθοποιό». Πώς ισορροπήσατε σκηνοθετικά αυτές τις δύο διαστάσεις;
Μ.Θ.: Δεν ήταν εύκολο. Η «Φώκια» είναι μυθιστόρημα που είχα γράψει πριν από πολλά χρόνια. Η προσαρμογή του σε θεατρικό, όπως αντιλαμβάνεστε, υπήρξε μια τεράστια πρόκληση, ειδικότερα υπό τη σύμβαση του μονολόγου. Στο έργο παρακολουθούμε ουσιαστικά το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, όταν ο Μάνος, ο νεαρός αυτός πατέρας, επισκέπτεται την αγαπημένη του παραλία με τον τριών μηνών γιο του, με σκοπό να του αποκαλύψει τα πάντα για τη ζωή του. Στο μυθιστόρημα, τα γεγονότα έχουν προηγηθεί. Στην παράσταση πρέπει με κάποιον τρόπο να περάσουν από τη σκηνή και μαζί τους να φέρουν και τους ανθρώπους τους. Εκεί λοιπόν είναι που θα επιστρέψω στην εξαιρετική συνεργασία μου με τον Βλάση, με τον οποίο υπερέβημεν εαυτόν, ως συγγραφέας και ως ηθοποιός αντίστοιχα, με σκοπό να σκηνοθετήσουμε τους «διαλόγους» του έργου με τρόπο που εξισορροπεί τον ρεαλισμό και την ανάμνηση. Ο Μάνος στο έργο δεν αφηγείται. Συνομιλεί –τόσο με τον γιο του όσο και με τους άλλους ανθρώπους της ζωής του. Από αυτή την ιδέα κρέμονται όλα.
Β.Π.: Περάσαμε από πολλά στάδια επεξεργασίας, δοκιμών και ανατροπών. Ήταν, χωρίς αμφιβολία, το πιο απαιτητικό κομμάτι σκηνοθετικά. Έπρεπε να αποφασίσουμε κάθε φορά αν υπηρετούμε τη θεατρική σύμβαση ή αν βουτάμε πιο βαθιά στον ρεαλισμό -και συχνά η απάντηση ήταν «και τα δύο». Η «Φώκια» δεν είναι απλώς ένας μονόλογος, είναι ένας εσωτερικός κόσμος που διαστέλλεται και χωρά πολλούς ανθρώπους, πολλές φωνές, πολλές εκδοχές του ίδιου προσώπου. Η πρόκληση ήταν να μη χαθεί η αμεσότητα της εμπειρίας, αλλά ταυτόχρονα να γίνουν καθαρές οι μετατοπίσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες, χωρίς εξωτερικά τεχνάσματα που θα πρόδιδαν την απλότητα του εγχειρήματος. Ελπίζω πως τελικά βρήκαμε αυτή τη χρυσή τομή -εκεί όπου η σύμβαση δεν αναιρεί την αλήθεια και ο ρεαλισμός δεν ακυρώνει τη θεατρικότητα. Εκεί όπου ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς έναν ηθοποιό να αλλάζει ρόλους, αλλά βιώνει μια διαδρομή.
Η σχέση πατέρα-γιου βρίσκεται στον πυρήνα του έργου. Τι σας συγκινεί περισσότερο σε αυτή τη θεματική;
Β.Π.: Αχ... οι πατεράδες. Μεγαλώσαμε -τουλάχιστον η δική μου γενιά- μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πατριαρχικό πρότυπο. Ο πατέρας συχνά απόντας, με το επιχείρημα ότι «φέρνει τα προς το ζην». Ταυτόχρονα, μια φιγούρα αυστηρή, πολλές φορές το φόβητρο του παιδιού, ο τιμωρός ή ο επικριτής. Η επιβεβαίωσή του γίνεται το μεγάλο ζητούμενο. Για πολύ κόσμο εκεί έξω -κι αν είμαι ειλικρινής, και εδώ μέσα. Αυτή η διαδρομή αφήνει κατάλοιπα. Άλλοτε μια βαθιά πληγή, άλλοτε μια ανάγκη συμφιλίωσης, άλλοτε μια σιωπηλή εξέγερση. Η στιγμή που έρχεσαι αντιμέτωπος με τον πατέρα μπορεί να γίνει είτε ρήγμα είτε λύτρωση. Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι πως, τελικά, είναι μια εμπειρία σχεδόν καθολική. Ο καθένας κουβαλά τη δική του εκδοχή αυτής της σχέσης. Και κάπου εκεί, μέσα στη διαφορετικότητα των ιστοριών μας, υπάρχει κάτι που μας ενώνει όλους. Αυτή η κοινή, αόρατη μνήμη είναι που κάνει το θέμα τόσο βαθιά ανθρώπινο -και τόσο συγκινητικό.
Μ.Θ.: Η σχέση πατέρα-γιου είναι βαθύτατα τραυματική, όποια κι αν είναι η συνθήκη της, όποια κι αν είναι τα συναισθήματα μεταξύ τους. Πιστεύω πως έρχεται μα στιγμή στη ζωή τους που ακόμα κι αν δεν το θέλουν αντιπαλεύονται ο ένας τον άλλον σαν λιοντάρια που διεκδικούν την αρχηγεία της αγέλης. Οι πατεράδες προβάλλουν τον ανεκπλήρωτο εαυτό τους στους γιους τους. Οι γιοι θέλουν να γίνουν οτιδήποτε άλλο παρά αυτό που θέλουν για εκείνους οι πατεράδες τους, μόνο που όσο περνούν τα χρόνια συνειδητοποιούν πως όσο κι αν προσπάθησαν εν τέλει γίνονται ίδιοι με τον πατέρα τους. Σαν ευχή και κατάρα μαζί, όλοι μας, ξυπνάμε ένα πρωί, κοιταζόμαστε στον καθρέφτη και αυτός που βλέπουμε είναι ο πατέρας μας.
Το έργο κινείται ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα», χωρίς γραμμική αφήγηση. Πόσο απαιτητικό ήταν αυτό στη σκηνική του απόδοση;
Μ.Θ.: Θα σας το απαντήσω όσο πιο απλά μπορώ: ο Μάνος, στο έργο, ζει το «τότε» με την επίγνωση του «τώρα». Αυτός ο ανοιχτός διάλογος με τον γιο του -ο οποίος εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να του απαντήσει- τον αναγκάζει να ανακαλεί στη μνήμη του συζητήσεις, περιστατικά και στιγμές της ζωής του, οι οποίες προκαλούσαν άλλο συναίσθημα τότε και άλλο τώρα, δεδομένου ότι γνωρίζει την εξέλιξη. Φανταστείτε τον εαυτό σας να μιλάει για έναν μεγάλο του έρωτα... Αρχικά θα αφεθείτε στην ανάμνηση, αλλά εάν αυτός ο έρωτας έχει τελειώσει θα τον παίζετε στο μυαλό σας με μια λιγότερο ρομαντική μουσική υπόκρουση. Προσθέστε στην εξίσωση κι αυτό το «τι θα γινόταν αν είχα κάτι κάνει αλλιώς» που μας ταλανίζει τη ζωή και τότε θα έχετε το πλήρες φάσμα απαιτήσεων που ο Βλάσης καλείται να αντιμετωπίσει κάθε Κυριακή στο θέατρο Άβατον.
Β.Π.: Θα περίμενε κανείς ότι αυτή η μη γραμμική αφήγηση θα έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα. Παραδόξως, για μένα συνέβη το αντίθετο. Συχνά ως ηθοποιοί φτιάχνουμε ένα αναλυτικό βιογραφικό του ρόλου, για να κατανοήσουμε το βάθος και τις ρωγμές του χαρακτήρα που καλούμαστε να ερμηνεύσουμε. Στα έργα του Μάνου Θηραίου δεν έχω νιώσει -μέχρι τώρα τουλάχιστον- την ανάγκη να το κάνω. Η ιστορία του ήρωα είναι ήδη εκεί, υπόγεια αλλά ξεκάθαρη, μέσα στο ίδιο το κείμενο. Αυτό το συνεχές «μπρος-πίσω» ανάμεσα στο τότε και το τώρα δεν με μπέρδεψε, αντίθετα, μου έδωσε μια πιο καθαρή και σφαιρική εικόνα του ανθρώπου που έχω απέναντί μου -και μέσα μου. Οι χρονικές μετατοπίσεις λειτούργησαν σαν φωτισμοί διαφορετικών πλευρών του ίδιου προσώπου. Οπότε, σκηνικά μπορεί να ήταν απαιτητικό ως κατασκευή, αλλά ερμηνευτικά ένιωσα πως μου έλυσε τα χέρια. Με βοήθησε να δω τον χαρακτήρα όχι γραμμικά, αλλά ολόκληρο.
Η θάλασσα λειτουργεί ως σύμβολο σε όλη την παράσταση. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς;
Β.Π.: Η θάλασσα για μένα είναι πολλά και αντιφατικά μαζί. Είναι ελευθερία -εκείνη η αίσθηση ότι μπορείς να αφεθείς χωρίς όρια. Είναι όμως και φόβος, το άγνωστο, το βάθος, το άπειρο που δεν ελέγχεις. Είναι απομόνωση, όταν βρίσκεσαι μόνος απέναντί της και νιώθεις πόσο μικρός είσαι. Αλλά ταυτόχρονα είναι και ονειροπόληση, γιατί μπροστά της αφήνεσαι να ταξιδέψεις χωρίς να κουνηθείς. Είναι παιχνίδι, με την παιδική ανεμελιά που κουβαλά το νερό. Και είναι έρωτας -παρορμητικός, απρόβλεπτος, άλλοτε γαλήνιος κι άλλοτε φουρτουνιασμένος. Ίσως τελικά η θάλασσα να είναι μια αντανάκλαση του ίδιου του ανθρώπου. Ό,τι φοβάσαι και ό,τι ποθείς, συνυπάρχουν μέσα της. Και αυτό είναι που την κάνει τόσο βαθιά συμβολική μέσα στην παράσταση.
Μ.Θ.: Ελευθερία. Γαλήνη. Ταξίδι. Λύτρωση. Καθαρότητα. Τα πάντα βγάζουν νόημα όταν στέκω εμπρός της, όταν τη διασχίζω με ένα καράβι ή όταν τη νιώθω να με αγκαλιάζει όσο κολυμπάω. Τη βρίσκω θεραπευτική και τρομακτική ταυτόχρονα. Είναι κι αυτή η αίσθηση της άνωσης και του κυματισμού που σε κάνει να νιώθεις πως βρίσκεσαι σε έναν άλλον κόσμο, με λιγότερο βάρος και χωρίς τον πλήρη έλεγχο του σώματός σου...
Πώς δουλέψατε επάνω στον ρυθμό ενός τόσο αποκαλυπτικού και εσωτερικού κειμένου, ώστε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού;
Μ.Θ.: Είπατε εσείς τη μαγική λέξη: τον ρυθμό. Νομίζω πως αυτό είναι το σημείο όπου επιμείναμε εξαντλητικά όλους αυτούς τους μήνες της προετοιμασίας μας. Εκεί μάλιστα υπήρξε ανεκτίμητη η συμμετοχή του Βλάση, ο οποίος με τον τρόπο που αντιλαμβανόταν και διάβαζε τον ρόλο με έκανε να βρίσκω στιγμιαία τα σημεία που έπρεπε να αλλάξουν, να φύγουν εντελώς ή να μετακινηθούν, χωρίς καν να μου το πει με λέξεις. Η συνέργεια μεταξύ μας είναι απελευθερωτική και με κάνει να ξεχνάω τις όποιες «συγγραφικές» αγκυλώσεις μου με το κείμενο και να το αφήνω να εξελίσσεται ώστε να εξυπηρετεί την παράσταση και όχι το εγώ μου. Από εκεί και μετά, προσθέσαμε όλες αυτές τις απαραίτητες σκηνοθετικές πινελιές συναισθήματος, ανάσας και έκφρασης, έχοντας ως αρωγό και τον Γρηγόρη Λιόλιο που έγραψε για τη «Φώκια» μας ένα εξαιρετικό soundtrack. Προσέξτε, όχι μουσική. Soundtrack.
Β.Π.: Πάντα με ιντριγκάρει η αλήθεια και η αμεσότητα στο θέατρο. Όταν έχεις στα χέρια σου ένα τόσο αποκαλυπτικό και εσωτερικό κείμενο, το στοίχημα δεν είναι να «το παίξεις», αλλά να το αφήσεις να συμβεί. Νομίζω πως και ο Μάνος εκτίμησε αυτή τη ματιά μου, οπότε πορευτήκαμε πάνω σε αυτή τη βάση. Εγώ λειτουργώ πιο ενστικτωδώς, αφήνομαι στον παλμό της στιγμής, ενώ εκείνος, ως εξωτερικός παρατηρητής, μου δίνει τις απαραίτητες κατευθύνσεις για να εμβαθύνω ακόμη περισσότερο. Ο ρυθμός τελικά προέκυψε από αυτή τη διαρκή ισορροπία: ανάμεσα στο βίωμα και στη συνειδητή παρατήρηση. Και νομίζω πως όταν η αλήθεια παραμένει ζωντανή, το ενδιαφέρον του κοινού δεν χάνεται.
Υπήρξε κάποια στιγμή στις πρόβες που σας αιφνιδίασε ή σας αποκάλυψε κάτι καινούργιο για το έργο;
Μ.Θ.: Ω, ναι. Μόνο που δεν μπορώ να σας την πω επειδή θα πρέπει να κάνω spoiler. Ας πούμε απλά, πως κατά τη διάρκεια μιας από αυτές τις χαλαρές αλλά καταιγιστικές συζητήσεις με τον Βλάση, μετά την πρόβα, αντιληφθήκαμε και οι δύο, ταυτόχρονα, τον χωροχρόνο της παράστασης, με έναν τρόπο που δεν είχε υπάρξει μέχρι τότε, ούτε στο μυαλό μας ούτε καν στο ίδιο το κείμενο. Και από εκείνη τη στιγμή και μετά είχαμε στα χέρια μας μια άλλη παράσταση.
Β.Π.: Θα συμφωνήσω με τον Μάνο. Υπήρξε μια στιγμή στις πρόβες που μας αιφνιδίασε πραγματικά. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές που νιώθεις ότι το κείμενο ανοίγει μπροστά σου και σου δείχνει έναν δρόμο που μέχρι τότε δεν έβλεπες. Και από εκεί και πέρα, όλα άρχισαν να κουμπώνουν διαφορετικά.
Πληροφορίες και εισιτήρια παράστασης: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/i-fokia/