Συνέντευξη με την Αλεξία Κατσικογιάννη με αφορμή το νέο της βιβλίο «διάνεμα» που κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις Άνω Τελεία
1. Το «διάνεμα» παραπέμπει σε κάτι φευγαλέο, άυλο. Πώς συνδέεται αυτή η έννοια με τη συνολική φιλοσοφία του βιβλίου και με τους ανθρώπους που παρουσιάζετε;
Θυμάμαι όταν μιλούσαμε με τη γραφίστρια για τον σχεδιασμό του εξωφύλλου, προσπαθώντας να της εξηγήσω το αίσθημα του βιβλίου, είχα αναφέρει πως αν σκέφτεται να απεικονίζονται ανθρώπινες μορφές στο εξώφυλλο, τότε αυτές θα ήθελα να μοιάζουν περισσότερο με σκιές παρά με αυστηρές φωτογραφίες από δελτίο ταυτότητας. Πιστεύω πως όντως οι ήρωες έχουν ένα άυλο στοιχείο, όχι με την έννοια του κενού σώματος, αλλά σαν ένα ψυχογραφικό περίγραμμα που είναι περισσότερο εσωτερικό απ’ ό,τι συνήθως σημαίνει η λέξη.
2. Οι χαρακτήρες σας φαίνεται να ζουν σε μια κατάσταση διαρκούς μετάβασης. Τους βλέπετε περισσότερο ως ολοκληρωμένα πρόσωπα ή ως στιγμιότυπα ζωής;
Κι ας μην είναι οι πιο στέρεες προσωπικότητες του κόσμου, εγώ νομίζω πως βλέπω τα πρόσωπά τους ολοκληρωμένα. Θεωρώ πως μπορούν και φεύγουν, ακόμα και ως σκιές, ακριβώς γιατί τα σύμβολα που κυνηγάνε στον δρόμο τους δεν είναι μπερδεμένα.
3. Οι τρεις νουβέλες λειτουργούν ανεξάρτητα ή θα μπορούσαν να θεωρηθούν κεφάλαια μιας ενιαίας ιστορίας; Ποια ήταν η δική σας πρόθεση;
Η πρόθεσή μου ήταν οι τρεις νουβέλες να λειτουργούν πρωτίστως ανεξάρτητα, αλλά με μια χαλαρή νοηματική και υφολογική σύνδεση που θα επέτρεπε το δέσιμό τους τόσο στο βιβλίο όσο και στη σκέψη του αναγνώστη.
4. Το ύφος του βιβλίου είναι αρκετά ατμοσφαιρικό και υπαινικτικό. Γιατί επιλέξατε αυτή την αφηγηματική προσέγγιση; Υπάρχει συνειδητή αποφυγή δραματικών κορυφώσεων ή αυτό προέκυψε φυσικά;
Σίγουρα προέκυψε φυσικά. Δεν έχω δηλαδή ποτέ εμπνευστεί ιστορίες με επικό χαρακτήρα και συνταρακτικές ανατροπές στην εξέλιξή τους. Πάντα οι ιδέες μου είναι πιο χαμηλόφωνες, τρυφερές και συμβολικές. Αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτομαι και που ερμηνεύω τον κόσμο.
5. Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που σας εξέπληξε κατά τη διάρκεια της συγγραφής, κάνοντας επιλογές που δεν είχατε αρχικά σχεδιάσει;
Ο Αλαδίνος, στη νουβέλα «η θεία Σταφίδα», είναι ένας χαρακτήρας που εφευρέθηκε προς το τέλος, αφότου είχα σκεφτεί τον βασικό κορμό της ιστορίας. Αν και παίζει ρόλο τριταγωνιστή, μου φαίνεται πως η προσθήκη του κάνει το κείμενο σε αρκετά σημεία πιο αστείο, συγκινητικό και τρυφερό.
6. Αν το βιβλίο ήταν ένα σημείο στο χάρτη, τι είδους τόπος θα ήταν; Σταθερός, μεταβατικός ή ανύπαρκτος;
Θα απέκλεια την επιλογή του ανύπαρκτου, γιατί θα μ’ έκανε να αισθάνομαι το σύμπαν του βιβλίου ξένο προς τα εμένα. Ακόμα κι όταν φλερτάρει με το παράδοξο, πιστεύω πως δεν το κάνει περισσότερο απ’ ό,τι η πραγματική ζωή. Και οι ήρωές του μπορεί ενίοτε να μιλάνε και να σκέφτονται μ’ έναν τρόπο ονειροπόλο, αλλά όχι ψεύτικο ή εξωπραγματικό.
7. Από τις τρεις νουβέλες του βιβλίου, υπάρχει κάποια που να σας εκφράζει περισσότερο ή να τη νιώθετε πιο κοντά σας; Τι είναι αυτό που τη διαφοροποιεί από τις άλλες ως προς το θέμα, τους χαρακτήρες ή το συναίσθημα που αποδίδει;
Προσωπικά ξεχωρίζω το «Διάνεμα». Μου φαίνονται οικείοι οι άνθρωποι που μένουν στον μικρόκοσμό του, με τους φόβους και τις αμφιβολίες και τις αντιθέσεις τους. Επίσης, μου αρέσει που κάποιες από τις ιστορίες του περπατάνε σ’ έναν δρόμο πιο υποβλητικό και μυστικιστικό.
8. Τι θα θέλατε να αποκομίσει ο αναγνώστης; Υπάρχει κάποιο βασικό συναίσθημα, σκέψη ή προβληματισμός που ελπίζετε να μείνει μαζί του και να τον ακολουθεί ολοκληρώνοντας το έργο σας;
Πως ακόμα και η πιο καθημερινή εικόνα μπορεί να είναι όμορφη και αισθαντική.
9. Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια; Υπάρχουν θεματικές ή ιδέες που θα θέλατε να εξερευνήσετε στο μέλλον, ή ίσως κάποια νέα μορφή γραφής που σας ενδιαφέρει να δοκιμάσετε;
Δε σκέφτομαι κάτι συγκεκριμένο. Θα μου άρεσε όμως πράγματι να δοκιμάσω διαφορετικές φόρμες στο μέλλον.
10. Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα, τραγούδι και ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο.
Ένα τραγούδι που ακούω επανειλημμένα τις τελευταίες μέρες είναι το «Θα ’ταν 12 του Μάρτη» του Σταύρου Κουγιουμτζή. Διαβάζω τα ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου και ξεχωρίζω τα «Ανεπίδοτα γράμματα». Βλέπω συχνά την «Παρένθεση» του Τάκη Κανελλόπουλου και θαυμάζω κάθε φορά την ανεπιτήδευτη ομορφιά της. Με εμπνέουν σταθερά όλα εκείνα τα μικρά μέρη όπου μεγάλωσα και όπου ζουν οι άνθρωποί μου.