Συνέντευξη με την διεθνούς φήμης συνθέτη και πολυοργανίστρια Νάνα Σιμόπουλος
1. Το νέο σας άλμπουμ “Between Worlds” μοιάζει να κινείται ανάμεσα σε πολιτισμούς, ήχους και εσωτερικές διαδρομές. Ποιο ήταν το προσωπικό «ταξίδι» που σας οδήγησε στη δημιουργία αυτού του έργου;
Nαι, αυτό το έργο είναι ο καθρέφτης της ίδιας μου της ζωής. Έζησα πάντα σε μια κατάσταση «μεταξύ δύο κόσμων». Οι γονείς μου μετανάστευσαν στις ΗΠΑ και εγώ γεννήθηκα στη Βαλτιμόρη. Κάθε καλοκαίρι, μας έστελναν στην Ελλάδα στους παππούδες μας, και όταν επέστρεφα στις ΗΠΑ, μιλούσα ελληνικά στα παιδιά στο σχολείο. Ήταν μια μπερδεμένη κατάσταση και, όπως είναι φυσικό, με κορόιδευαν. Στην ηλικία των 12 ετών, η οικογένειά μου επέστρεψε μόνιμα στην Ελλάδα. Στη Βαλτιμόρη ήμουν «η μικρή Ελληνίδα» και στην Ελλάδα έγινα ξαφνικά «το Αμερικανάκι». Εκείνη την εποχή, οι δύο κόσμοι μου ήταν δύο εντελώς διαφορετικές κουλτούρες· κόσμοι που απείχαν παρασάγγας από πολλές απόψεις.
Αργότερα, η καριέρα μου με οδήγησε στο μονοπάτι της μουσικού και συνθέτιδος που παρουσίαζε τη δική της μουσική με ένα μικρό σύνολο τζαζ μουσικών. Έχοντας εκτεθεί σε δύο τόσο διαφορετικούς πολιτισμούς, η μουσική μου φωνή και τα γούστα μου στράφηκαν φυσιολογικά προς ήχους και υφές από όλο τον κόσμο. Στις πρώτες μου ηχογραφήσεις τη δεκαετία του 1980 πρόσθεσα μπουζούκι, ενώ ενέταξα ελληνικούς ρυθμούς στις τζαζ συνθέσεις μου. Αργότερα, ταξίδεψα στην Ινδία, όπου ερωτεύτηκα το σιτάρ.
Γράφω μουσική από παιδί και τα ακούσματά μου ήταν πάντα παγκόσμια—άκουγα μουσική από κάθε γωνιά του πλανήτη και αντλούσα έμπνευση για τις συνθέσεις και τις ηχογραφήσεις μου. Πρόσφατα, ωστόσο, ο ορίζοντάς μου διευρύνθηκε και πλέον γράφω μουσική για ορχήστρα, η οποία ενσωματώνει την κλασική ενορχήστρωση. Αυτή τη στιγμή, βρίσκομαι και πάλι «ανάμεσα σε δύο κόσμους»: αφήνω πίσω μου τον γνώριμο κόσμο της τζαζ και κάνω το βήμα προς τον νέο κόσμο της σύγχρονης κλασικής μουσικής.
2. Έχετε καταφέρει να ενώσετε στοιχεία της ελληνικής μουσικής παράδοσης με παγκόσμιες επιρροές χωρίς να χάνεται η ταυτότητα κανενός κόσμου. Πώς βρίσκετε αυτή την ισορροπία στη σύνθεσή σας;
Η ισορροπία αυτή δεν είναι αποτέλεσμα μιας εγκεφαλικής προσπάθειας να «παντρέψω» διαφορετικά στυλ, αλλά πηγάζει από μια βαθιά εσωτερική ανάγκη. Για μένα, η μουσική είναι μια ενιαία, παγκόσμια γλώσσα. Όταν συνθέτω, δεν σκέφτομαι με όρους «ελληνικού» ή «ξένου», αλλά με όρους συναισθήματος και αφήγησης.
Το μυστικό για να μην χάνεται η ταυτότητα κανενός κόσμου βρίσκεται στον απόλυτο σεβασμό προς την πηγή. Όταν εντάσσω έναν ελληνικό ρυθμό, όπως το ζεϊμπέκικο, ή έναν ανατολίτικο δρόμο (mode), δεν το κάνω επιφανειακά, ως ένα απλό «στολίδι». Αντίστοιχα, όταν χρησιμοποιώ το ινδικό σιτάρ, το Βυζαντινό ισοκράτημα ή την τζαζ αρμονία, βυθίζομαι στην ουσία τους. Κάθε πολιτισμός έχει τον δικό του μοναδικό τρόπο να εκφράζει τη χαρά, τον πόνο, τη νοσταλγία.
Η ισορροπία έρχεται φυσικά όταν επιτρέπεις σε αυτά τα στοιχεία να συνομιλήσουν ισότιμα. Η ελληνική παράδοση έχει μέσα της έναν έντονο λυρισμό και ένα μοναδικό πάθος, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως η συναισθηματική «άγκυρα» ακόμα και στην πιο περίπλοκη ορχηστρική δομή. Στο Between Worlds, η ορχήστρα γίνεται το όχημα που αγκαλιάζει όλες αυτές τις εμπειρίες, δημιουργώντας έναν νέο, ενιαίο ηχητικό κόσμο όπου κάθε παράδοση διατηρεί την ψυχή της, αλλά ταυτόχρονα αναπνέει μέσα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο.
3. Πώς βιώνετε τη συνεργασία σας με την Ορχήστρα Nostos και τι διαφορετικό θα προσφέρουν οι συναυλίες στην Αθήνα και την Κάρυστο σε σχέση με την εμπειρία του δίσκου;
Η συνεργασία μου με την Ορχήστρα Nostos είναι μια από τις πιο αναζωογονητικές εμπειρίες της καριέρας μου. Πρόκειται για ένα υπέροχο σύνολο 50 νέων μουσικών από το Μουσικό Σχολείο Αλίμου, ηλικίας από 12 έως 18 ετών. Όταν τους άκουσα για πρώτη φορά πέρυσι στον Άλιμο, έμεινα άναυδη. Ο διευθυντής τους, ο Δημήτρης Αρβανιτίδης, είναι μια πραγματική δύναμη της φύσης· το πάθος του για τη μουσική και για αυτά τα παιδιά φαίνεται σε κάθε νότα που παίζουν. Η αγάπη του γι' αυτά είναι ξεκάθαρα ο λόγος που αριστεύουν.
Έχοντας δουλέψει όλη μου τη ζωή με επαγγελματίες μουσικούς, η επαφή με αυτή την ορχήστρα το περασμένο φθινόπωρο, όταν ξεκινήσαμε να μελετάμε τη μουσική μου, ήταν μια ανάσα φρέσκου αέρα. Τον περασμένο Μάρτιο ταξιδέψαμε μαζί στην Ιταλία για συναυλίες στην Πίζα και τη Φλωρεντία και πέρασα φανταστικά. Το ταξίδι ήταν γεμάτο γέλιο και χαρά, και το ιταλικό κοινό ανταποκρίθηκε με τεράστιο ενθουσιασμό στην ερμηνεία τους.
Όσο για τη διαφορά ανάμεσα στον δίσκο και τις ζωντανές εμφανίσεις στη Βίλα Ζωγράφου και την Κάρυστο: Ο δίσκος προσφέρει την τεχνική αρτιότητα, το βάθος και τον επιβλητικό ήχο μιας μεγάλης ευρωπαϊκής ορχήστρας, όπως η Czech Studio Orchestra. Είναι μια ολοκληρωμένη στούντιο εμπειρία. Οι συναυλίες, όμως, θα προσφέρουν κάτι εντελώς διαφορετικό: την ακατέργαστη ενέργεια, το πάθος και τη συγκίνηση της ζωντανής στιγμής.
Το να βλέπεις εφήβους να ερμηνεύουν με τόσο βάθος σύνθετες ορχηστρικές δομές, και εμένα να ανεβαίνω στο πόντιουμ ως προσκεκλημένη μαέστρος για να καθοδηγήσω αυτή τη νέα γενιά, δημιουργεί μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Στη σκηνή, η μουσική του Between Worlds θα «αναπνεύσει» με έναν διαφορετικό, γεμάτο ζωντάνια τρόπο, που μόνο η νιότη και η ζωντανή επικοινωνία με το κοινό μπορούν να γεννήσουν.
4. Σε μια εποχή όπου η μουσική καταναλώνεται γρήγορα και αποσπασματικά, τι σημαίνει για εσάς η δημιουργία ενός αμιγώς ορχηστρικού άλμπουμ που απαιτεί χρόνο και εσωτερική σύνδεση από τον ακροατή;
Η μουσική που κυκλοφορεί ευρέως σήμερα είναι συχνά ρυθμικά επαναλαμβανόμενη και λιγότερο απαιτητική, κάτι που πολύς κόσμος απολαμβάνει—και δικαίως. Αυτό το είδος μουσικής έχει τη δική του, σημαντική θέση στην κοινωνία μας και εξυπηρετεί τον σκοπό του.
Για μένα, η δημιουργία αυτού του άλμπουμ αποτελεί απλώς μια εναλλακτική πρόταση, μια πρόσκληση σε έναν διαφορετικό χρόνο και σε μια άλλη ακουστική εμπειρία. Το Between Worlds δεν γράφτηκε βιαστικά· είναι μια αναδρομή που συγκεντρώνει συνθέσεις οι οποίες εκτείνονται σε βάθος δεκαετιών. Είναι ένα έργο με πολλά, διαφορετικά επίπεδα (layers), σχεδιασμένο να λειτουργεί με πολλούς τρόπους ανάλογα με τη διάθεση του ακροατή.
Υπάρχει το μελωδικό επίπεδο, το οποίο επιτρέπει στο αυτί απλώς να χαλαρώσει και να απολαύσει τις γραμμές των οργάνων. Υπάρχει το ρυθμικό επίπεδο (το groove), που σε ορισμένες στιγμές παρασύρει τον ακροατή και τον κάνει να κινείται στον ρυθμό της μουσικής. Υπάρχει όμως και μια εσωτερική, μυσταγωγική ποιότητα, μια πιο προσωπική διάσταση που επιτρέπει στον καθένα να βυθιστεί στον εαυτό του, να στοχαστεί και να ονειρευτεί.
Μέσα από αυτές τις συνθέσεις ξυπνούν έντονα συναισθήματα: η καθαρή έμπνευση, η γλυκιά θλίψη ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, η κίνηση δύο εραστών σε έναν χορό γεμάτο πάθος... Δεν θέλω όμως να πω περισσότερα. Προτιμώ να αφήσω τα υπόλοιπα κρυμμένα στις νότες, ώστε το κοινό να τα ανακαλύψει και να τα νιώσει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο.
Για μένα, ένα ορχηστρικό άλμπουμ είναι σαν μια ταινία χωρίς εικόνες: ο καθένας μπορεί να δημιουργήσει τη δική του προσωπική ιστορία ακούγοντάς το. Δεν ζητώ από τον ακροατή τίποτα περισσότερο από το να μου χαρίσει λίγο από τον χρόνο του. Σε αντάλλαγμα, ελπίζω να του προσφέρω ένα ήσυχο ηχητικό καταφύγιο, έναν χώρο όπου μπορεί απλώς να επιβραδύνει για λίγο και να αισθανθεί βαθιά.
5. Υπήρξε κάποια στιγμή κατά τη δημιουργία του “Between Worlds” όπου νιώσατε ότι το έργο σάς ξεπέρασε καλλιτεχνικά ή συναισθηματικά;
Στην πραγματικότητα, αυτό το άλμπουμ ήταν πολύ περίπλοκο και, μερικές φορές, δύσκολο στην προετοιμασία. Δεν έγινε κάτι μαγικό από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά χρειάστηκαν μήνες σκληρής δουλειάς για κάθε κομμάτι: από το να περάσω τη μουσική στον υπολογιστή με ορχηστρικούς ήχους, μέχρι να γράψω τις μουσικές γραμμές που θα γίνονταν ένας εσωτερικός διάλογος ανάμεσα στα όργανα, και μετά να βάλω τις εντάσεις και την έκφραση για να ξέρουν οι μουσικοί πού να δώσουν έμφαση. Ήταν μια δουλειά με πολύ κόπο.
Όμως, όταν άκουσα τις πρώτες νότες να βγαίνουν ζωντανά από την Czech Studio Orchestra, ενθουσιάστηκα, μαγεύτηκα και συγκινήθηκα πάρα πολύ. Είναι τελείως άλλο πράγμα να ακούς τους ήχους από τον υπολογιστή σου και τελείως άλλο να τους ακούς ζωντανά από μια επαγγελματική ορχήστρα.
Όταν όμως πήρα τις ηχογραφήσεις στα χέρια μου, πρέπει να πω ότι στενοχωρήθηκα και απογοητεύτηκα αρκετά. Χρειάστηκε απίστευτα πολλή δουλειά στο μοντάζ (editing). Οι ήχοι δεν ήταν ίδιοι με αυτό που είχα ακούσει ζωντανά στο στούντιο.
Η μαγεία άρχισε να φαίνεται όταν ξεκινήσαμε τη μείξη (mixing). Μέρα με τη μέρα, η μουσική άρχισε να παίρνει μια νέα μορφή. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν πολύ καλύτερο από αυτό που περίμενα. Οπότε, η διαδικασία είχε σίγουρα τα πάνω της και τα κάτω της. Σήμερα, όταν το ακούω, είμαι ερωτευμένη με το άλμπουμ. Νιώθω ότι η μουσική μου έφυγε πια από τη φωλιά μου, έβγαλε φτερά και πετάει μόνη της.
6. Αν έπρεπε να περιγράψετε με μία μόνο εικόνα ή συναίσθημα αυτό που θα θέλατε να κρατήσει ο ακροατής μετά την ακρόαση του άλμπουμ, ποιο θα ήταν;
Αν έπρεπε να διαλέξω μόνο μία εικόνα, θα ήταν η εξής: ένας άνθρωπος που κάθεται στην άκρη της θάλασσας την ώρα που δύει ο ήλιος, κοιτάζει τον ορίζοντα και νιώθει απόλυτη γαλήνη. Και το συναίσθημα που θα ήθελα να κρατήσει ο ακροατής είναι η ελπίδα.
Ζούμε σε έναν κόσμο με πολύ θόρυβο, τρέξιμο και άγχος. Θα ήθελα, λοιπόν, τελειώνοντας το άλμπουμ, ο ακροατής να πάρει μια βαθιά ανάσα, να νιώσει ότι ηρεμεί και ότι όλα θα πάνε καλά. Να αισθανθεί ότι, ακόμα κι αν βρισκόμαστε συχνά "ανάμεσα σε δύο κόσμους" ή αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, η ομορφιά της ζωής και η αγάπη είναι πάντα εκεί και μας περιμένουν. Αυτό το συναίσθημα της ζεστασιάς και της εσωτερικής ειρήνης είναι το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να μου δώσει η μουσική μου.
7. Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα, τραγούδι και ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο.
Θα ξεκινήσω με το αγαπημένο μου ποίημα, που είναι το "The Summer Day" της Mary Oliver. Έχει έναν στίχο στο τέλος που με ακολουθεί πάντα και λέει: "Πες μου, τι σχεδιάζεις να κάνεις με τη μία, άγρια και πολύτιμη ζωή σου;". Αυτή η ερώτηση με κάνει πάντα να σκέφτομαι τι πραγματικά έχει σημασία.
Το αγαπημένο μου τραγούδι αυτή την περίοδο είναι το "Kothbiro" του Κενυάτη μουσικού Ayub Ogada. Είναι ένα κομμάτι με απίστευτη απλότητα, παιγμένο με μια παραδοσιακή αφρικανική λύρα, και η φωνή του είναι απλώς συγκλονιστική. Σε μεταφέρει αμέσως σε έναν άλλο κόσμο και έχει μια γαλήνη που με ηρεμεί βαθιά.
Η αγαπημένη μου ταινία είναι το "Harold and Maude" (Χάρολντ και Μοντ). Είναι μια υπέροχη, παλιά ταινία για έναν αδύνατο, περίεργο έρωτα ανάμεσα σε ένα νεαρό αγόρι και μια γυναίκα 80 ετών. Είναι μια ιστορία γεμάτη χιούμορ και τρυφερότητα, που σου δείχνει ότι η αγάπη και η όρεξη για ζωή δεν έχουν ηλικία.
Τέλος, το μέρος που με εμπνέει περισσότερο... είναι οπουδήποτε υπάρχει νερό. Η αγαπημένη μου θέα είναι το νερό—είτε είναι η θάλασσα, είτε ένα ποτάμι, είτε μια λίμνη. Η κίνηση του νερού, η ροή του και η ησυχία που φέρνει είναι για μένα η απόλυτη έμπνευση. Εκεί μπορώ πραγματικά να ηρεμήσω και να ακούσω τις μελωδίες που έχω μέσα στη καρδιά μου.