Διαβάσαμε το Γραφειοκρατία και Παράνοια του Nicolai Gogol
Όντως ο Νικολάι Γκόγκολ έγραψε τρεις αυτοτελείς ιστορίες στην Αγία Πετρούπολη του 1830, ωστόσο ο αναγνώστης του 2026 ίσως αισθανθεί ότι από μια γωνιά ο συγγραφέας κάπως μας κρυφοκοιτάει με γκροτέσκο ύφος, ψιθυρίζοντας μας πίσω από τη μουστάκα του το περίφημο: «Σας τα ’λεγα εγώ.» Η συλλογή «Γραφειοκρατία και παράνοια» από τις εκδόσεις Πηγή συγκεντρώνει τρία αριστουργήματα —«Το Ημερολόγιο ενός Τρελού», την «Μύτη» και το «Παλτό»— που, σαν ρωσικές κούκλες, κρύβουν η μία μέσα στην άλλη την ίδια φρίκη: ο άνθρωπος δεν χάνει την ψυχή του γιατί είναι αμαρτωλός, αλλά γιατί τον πνίγει μια γραφειοκρατία.
Το «Ημερολόγιο ενός Τρελού» είναι ίσως η πιο υποδόρια εκδοχή του τρόμου. Ο Αυξέντιος Ιβάνοβιτς δεν τρελαίνεται επειδή βλέπει φαντάσματα. Τρελαίνεται επειδή θέλει να γίνει «κάποιος» σε μια κοινωνία όπου ο «κάποιος» σημαίνει ένας βαθμός, ένας τίτλος, μια υπογραφή. Η ιδιοφυής σύλληψη του Γκόγκολ μας κάνει εδώ να αναρωτιόμαστε μήπως ο τρελός είναι ο μόνος που βλέπει καθαρά, και όλοι οι άλλοι απλά υπογράφουν έγγραφα με δεμένα τα μάτια.
Από εκεί, περνάμε αβίαστα στη «Μύτη» — μια πλοκή τόσο παράλογη που προσγειώνεται στο πρόσωπο σαν σουρεαλιστικό χαστούκι. Ο Γκόγκολ εδώ γράφει μια πραγματεία για την αποξένωση, με την έννοια ότι το σώμα μας δεν μας ανήκει αν δεν μπορούμε να το δείξουμε. Διότι αν μια... μύτη κάνει καριέρα καλύτερη από σένα, τότε εμείς είμαστε απλά ένα... πλεόνασμα. Αυτό συμβαίνει άλλωστε όταν τα προσωπεία ξεπερνούν τον άνθρωπο και η γραφειοκρατία είναι παιχνίδι όπου τα όργανά της διεκδικούν τον ρόλο του υποκειμένου.
Και φτάνουμε στο «Παλτό». Ο Ακάκιος Ακάκιεβιτς δεν είναι ήρωας. Είναι μια ανάσα που μόλις που καταγράφεται στο μητρώο. Η ζωή του αλλάζει όταν αποφασίζει να γίνει... ορατός. Μέσα σε ένα υπαρξιακό δράμα, ο μικρός άνθρωπος δεν παίρνει εκδίκηση. Γίνεται φάντασμα, όχι για να τρομάξει τον κόσμο, αλλά για να ...αρπάξει μόνο ένα παλτό, με την γραφειοκρατία εδώ να παραδίδει μαθήματα επιδεικτικής άγνοιας προς όλους μας.
Τα τρία αυτά κείμενα μας καθηλώνουν στην καρέκλα για καλό σκοπό, υπενθυμίζοντάς μας το προφανές ότι το σύστημα της «εξυπηρέτησης» είναι στην πραγματικότητα ένα γραμματοκιβώτιο που καταπίνει ανθρώπους. Δεν χρειάζεται να είμαστε Ρώσοι του 19ου αιώνα. Χρειάζεται μόνο να έχουμε περιμένει μια βεβαίωση για τρεις μήνες. Όλοι έχουμε συναντήσει έναν Ακάκιο.
Η έκδοση της Πηγής κάνει σπουδαία δουλειά. Οι μεταφράσεις είναι λεπτές, αποδίδουν τον οξύμωρο γκογκολικό τόνο — εκείνο ακριβώς το γέλιο που κολλάει στον λαιμό σαν ξερό ψωμί. Δεν χρειάζεται κανείς να «κρίνει» τον Γκόγκολ. Αρκεί να τον διαβάσει. Και μετά να πάει στη δουλειά. Και να κοιτάξει τους φακέλους. Α ναι, και να τρομάξει.