Είδαμε την παράσταση Κάποια στιγμή θα μάθετε ποιος είμαι στο θέατρο Σταθμος
Η Μυρτώ Αλικάκη Βγήκε στην σκηνή με τις ελπίδες της κουτσουρεμένες, όπως το πόδι της. Με ελαφρώς χωριάτικη αρχικά αμφίεση. Αναπολώντας, σαν να εμφανίστηκε από κάποια παλιακή ταινία, με την τσάντα δίχτυ για τα ψώνια κι ένα τύπου φακιόλι – μπαντάνα, ξεδιπλώθηκε απλά μπροστά μας. Μιλώντας με τις λέξεις του Θοδωρή Γκόνη στο πρώτο του θεατρικό εγχείρημα.
Σκηνογραφία φυσικού τοπίου. Ένα παγκάκι σε πλίνθους, ένα ονειρικό τούλι ν’ ανεμίζει, ήχοι της ερημιάς κι ένα ύφος σχεδόν ινδιάνικο, με το πιο ωραίο στήσιμο τα υποτιθέμενα καλάμια και την αίσθηση της άμμου στα πόδια της, να δηλώνουν την παρουσία της αόρατης θάλασσας. Κορωνίδα πίσω απ’ το τούλι ν’ αχνοφαίνεται, ο τραχύς βράχος φωτισμένος. Νερά, βράχια, γκρι, μπλε. Το γκρι της αναπόλησης. Το μπλε της απόστασης. Τα νερά των βαθιών κρυφών και καταπιεσμένων συναισθημάτων κι η μετουσίωση τους σε βράχια. Παραληρηματική η ανάγκη μετάδοσης της ψυχικής αναταραχής. Για τις κατακερματισμένες σχέσεις που πριν καν αρχίσουν τελειώνουν. Μας εξιστορείται η μοναχική πορεία της συνειρμικής διαχείρισης. Πλαισιωμένη από το τρίπτυχο των ενδόμυχων σκέψεων, να ενσαρκώνονται με τις, Αιμιλία Παπαχριστοφίλου & Νικόλ Κοροντζή επί σκηνής. Σαν ο συνειδητός, ο υποσυνείδητος κι ο ασυνείδητος εαυτός, ν’ απέκτησαν θηλυκή μορφή και στόμα. Ως αερικά να ξεστομίζουν κάποιες φορές ταυτόχρονα ή εμβόλιμα τις άλλες πτυχές του εαυτού της, συμπληρώνοντας την. Ενδιαφέρουσα η είσοδος της νωπής κολυμβήτριας, με το αχνό, γυμνό, ονειρικό σώμα πίσω από το υποτιθέμενο φυσικό παραβάν. Γενικώς η αίσθηση του γυμνού στην παράσταση επανειλημμένα μιλά έμμεσα, για την ψυχική απογύμνωση. Η πρωταγωνίστρια δήλωνε πως ξέρει ν’ ακούει. Αλλά μιλούσε πολύ, γιατί ποτέ κανένας δεν την άκουσε. Υπόκωφη η παρουσία ενός άμορφου συμπρωταγωνιστή, που την ενοχλούσε τηλεφωνικά, αλλά δεν απέκτησε ποτέ σάρκα και οστά. Ένα θρασύδειλο εγχείρημα που άφησε ουλές γυναικείας εμμονής. Ένας αόρατος κι άφαντος μνηστήρας μιας Πηνελόπης που άλλαξε την φορεσιά της και μέσα από την εξομολόγηση και ψυχική κατάθεση, με τις εσωτερικές της φίλες, μπροστά στα καβαλέτα του τεμαχισμένων ιδεατού άντρα. Ένα πράσινο παντελόνι, μια μαύρη μπότα, ένα μπλε πουκάμισο, να συνθέτουν την φαντασία σ’ ένα νοητικό καμβά που η ίδια ζωγράφισε, ώστε να έχει κάτι να υμνεί ή να οικτίρει; Ενδιαφέρουσα η σκηνική μεταφορά των πλίνθων στις πλάτες των ηθοποιών όπως τα βάρη που κουβαλάει καθείς μέσα του και δει οι γυναίκες. Ένα βάρος που αντέχουν, αλλά δεν τους πάει. Μια ελαφρά σκηνική σύγχυση στην αλλαγή της εικαστικής χροιάς από το τοπίο, στο σπίτι. Υπέροχη σκηνή που καλύφθηκαν με την ρόμπα, «οι γκρι σκέψεις» κι έγιναν ένας συμπαγής βράχος, μια μάζα, πάνω στην οποία η Μυρτώ κάθισε βουρκωμένη. Ένα καταλάγιασμα τιθάσευσης του εσωτερικού εξομολογητικού μονολόγου κι ίσως μιας συμφιλίωσης. Μέσα από την απίστευτη σκηνική της ερμηνεία κράτησε τον πήχη ψηλά. Κι έτσι αφού έβγαλε τα φακιόλια, άλλαξε ρούχα όπως και γνώμη. Αφού σαν χείμαρρος τα είπε όπως τα νιώθει, με τα λόγια το σώμα και τα μάτια. Πλέον από κουτσή πληγωμένη στέκεται Ψηλά θεραπευμένη, σένα βάθρο, σαν γυμνή θεά, πάλι μέσα στο μπλε, σαν μια θεά Κάλι. Με τις σκέψεις να βάζουν πλέον το χρώμα στο κορμί της στην εξύψωση. Συμφιλιωμένη, απελευθερώθηκε κι αποθεώθηκε μέσα από το βίωμα. Αλώβητα αφυπνισμένη. Ξεκίνησε από το μπλε της θάλασσας κι έφτασε το μπλε τ’ ουρανού.
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/kapoia-stigmi-tha-mathete-poios-eimai