Είδαμε την παράσταση "Angélica Liddell Seppuku. The Funeral of Mishima or the pleasure of dying" στην Πειραιώς 260
Μερικές παραστάσεις υπάρχουν για να σε ακολουθούν για ώρες, γιατί όσα είδες πάνω στη σκηνή σε σόκαραν και δεν ξέρεις αν πρέπει να τα θαυμάσεις ή να τα ξεχάσεις. Το Seppuku. The Funeral of Mishima or the Pleasure of Dying της Ανχέλικα Λίντελ ανήκει ξεκάθαρα στην πρώτη κατηγορία.
Επτά χρόνια μετά το Génesis 6, 6-7, η Λίντελ επέστρεψε στην Πειραιώς 260 για να δοκιμάσει ξανά τα όρια της αντοχής του κοινού. Και τα κατάφερε. Η Ισπανίδα δημιουργός, που πολλοί αποκαλούν ως«την ισπανίδα Κιτσοπούλου» λόγω της ακραίας, τολμηρής και αιρετικής σκηνικής της γλώσσας, δεν κάνει θέατρο για να σε κάνει να νιώσεις άνετα. Κάνει θέατρο για να σου προκαλέσει σεισμική δόνηση.
Με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους, μια ομάδα διεθνών ερμηνευτών με εντυπωσιακή σωματική έκφραση, εξελίσσουν επί σκηνής μια τελετουργία όπου ο ερωτισμός, η ομορφιά και ο θάνατος μπλέκονται αδιάκοπα. Η ίδια η Λίντελ κινείται σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της παράστασης γυμνή, φορώντας μόνο τη ρόμπα της, με την άνεση ανθρώπου που βρίσκεται στο σπίτι του. Χρησιμοποιεί το σώμα της χωρίς κανέναν δισταγμό, μετατρέποντάς το σε βασικό εκφραστικό μέσο και υπενθυμίζοντας ότι, για εκείνη, δεν υπάρχουν ταμπού όταν μιλάει η τέχνη.
Από την πρώτη μέχρι την τελευταία εικόνα, το Seppuku δεν ζητά την αποδοχή του θεατή. Ζητά να τον προκαλέσει, να τον φέρει στα όριά του και, τελικά, να τον αναγκάσει να αναρωτηθεί πού τελειώνει η τέχνη και πού αρχίζει η πρόκληση.
Πριν ακόμη φτάσει η παραγωγή στην Αθήνα, η ομάδα είχε πραγματοποιήσει οντισιόν για νεαρούς άνδρες που θα συμμετείχαν στην παράσταση, ενώ παράλληλα απηύθυνε μια ασυνήθιστη πρόσκληση προς το κοινό: να δωρίσει ρούχα ανθρώπων που έχουν φύγει από τη ζωή, είτε από αυτοκτονία είτε από άλλες αιτίες. Τα ρούχα αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ως απλά σκηνικά αντικείμενα, αλλά ως φορείς μνήμης. Η Λίντελ τα φόρεσε με σεβασμό, διαβάζοντας τις ιστορίες των ανθρώπων στους οποίους ανήκαν, μετατρέποντας τη σκηνή σε έναν χώρο μνήμης και αποχαιρετισμού.
https://aefestival.gr/open-call-syllogi-roychon-gia-tin-paragogi-seppuku-tis-angelica-liddell/
Η παράσταση ξεκινά πριν καν ξεκινήσει το έργο. Από τα ηχεία ακούγεται η ιστορική διάλεξη του Γιούκιο Μισίμα στο Πανεπιστήμιο Waseda του Τόκιο το 1968, με θέμα «Τι απέγινε η αισθητική της τραγικής μοίρας;». Από εκείνη τη στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό που θα ακολουθήσει δεν είναι μια συμβατική θεατρική παράσταση, αλλά μια τελετουργία. Το έργο βασίζεται αισθητικά στο ιαπωνικό θέατρο Nō και πλαισιώνεται από Ιάπωνες περφόρμερ, που προσδίδουν αυθεντικότητα και μια ιδιαίτερη μυσταγωγική ατμόσφαιρα.
Η Λίντελ παρουσιάζει έναν ιδιότυπο επικήδειο για τον Γιούκιο Μισίμα, αλλά και μια ωδή στον έρωτα, την ομορφιά και τον θάνατο. Το Hagakure, ο κώδικας των σαμουράι, διαπερνά ολόκληρη την παράσταση, ενώ επανέρχεται συνεχώς η διερεύνησης μιας προκλητικής ιδέας ότι η αυτοκτονία μπορεί να ιδωθεί ως μια αισθητική πράξη, σχεδόν ως τέχνη. Δεν επιχειρεί να πείσει τον θεατή να συμφωνήσει. Τον καλεί να αναμετρηθεί με μια ακραία φιλοσοφική θέση.
Από τις πιο δυνατές στιγμές ήταν η χρήση ρούχων ανθρώπων που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Η Λίντελ φορούσε ένα-ένα τα ρούχα, έβγαζε από την τσέπη τους ένα μικρό χαρτάκι και μας διάβαζε την ιστορία του ανθρώπου που τα φορούσε: ποιος ήταν, πώς έζησε και πώς πέθανε. Εκεί η σκηνή έπαψε να είναι θέατρο και μετατράπηκε σε τόπο μνήμης. Ήταν μια από τις πιο ανθρώπινες και συγκινητικές στιγμές της παράστασης.
Με συγκλόνισε ιδιαίτερα όταν άναψε θυμίαμα στις δύο γωνίες της σκηνής και είπε ότι ήταν φτιαγμένο από τις στάχτες των γονιών της. Εκείνη τη στιγμή πάγωσε ολόκληρη η αίθουσα. Δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια ή μέρος της περφόρμανς. Ξέρω μόνο ότι λειτούργησε σαν μια βαθιά προσωπική εξομολόγηση.

Ο Yukio Mishima (1925–1970) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες συγγραφείς του 20ού αιώνα και μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Έγραψε μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και ποιήματα, με βασικούς άξονες το έργο του την ομορφιά, τον ερωτισμό, την πειθαρχία, την τιμή και τον θάνατο. Πίστευε ότι η ζωή και η τέχνη δεν πρέπει να χωρίζονται, αλλά να γίνονται ένα.
Το 1970, ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεσηκώσει τον ιαπωνικό στρατό υπέρ της αποκατάστασης της αυτοκρατορικής εξουσίας, έβαλε τέλος στη ζωή του με seppuku, την τελετουργική αυτοκτονία των σαμουράι. Για τον ίδιο, ο θάνατος δεν ήταν μια πράξη απελπισίας, αλλά η τελευταία έκφραση της φιλοσοφίας του και, κατά κάποιον τρόπο, το τελευταίο του έργο.
Το έργο και η ζωή του εξακολουθούν να εμπνέουν, να διχάζουν και να προκαλούν συζητήσεις μέχρι σήμερα. Και αυτή ακριβώς η γοητευτική αντίφαση είναι που έκανε την Ανχέλικα Λίντελ να αφιερώσει σε εκείνον το Seppuku. The Funeral of Mishima or the Pleasure of Dying.

Η Angelika Liddell είναι Ισπανίδα σκηνοθέτις, συγγραφέας και περφόρμερ και θεωρείται μία από τις πιο σημαντικές και ρηξικέλευθες μορφές του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου. Το όνομά της είναι πλέον συνώνυμο της θεατρικής πρωτοπορίας. Δεν κάνει παραστάσεις για να ευχαριστήσει το κοινό, κάνει παραστάσεις για να το ταρακουνήσει, να το φέρει σε αμηχανία και να το αναγκάσει να σκεφτεί, να προβληματιστεί, να διχαστεί. Οι δημιουργίες της κινούνται ανάμεσα στην ποίηση, την περφόρμανς και την τελετουργία, ενώ τα θέματα που την απασχολούν είναι ο έρωτας, η ομορφιά, ο θάνατος, η πίστη και η ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι μια δημιουργός που είτε θα λατρέψεις είτε θα απορρίψεις. Μέση λύση με την Ανχέλικα Λίντελ μάλλον δεν υπάρχει.

Το seppuku, σύμφωνα με το Wikipedia είναι γνωστό στους περισσότερους ως χαρακίρι, ήταν η τελετουργική αυτοκτονία των σαμουράι στην Ιαπωνία. Η λέξη σημαίνει κυριολεκτικά «κόψιμο της κοιλιάς», όμως πίσω της κρύβεται μια ολόκληρη φιλοσοφία. Για τους σαμουράι δεν ήταν μια πράξη απελπισίας, αλλά μια συνειδητή επιλογή που συνδεόταν με την τιμή, την αξιοπρέπεια, την πίστη και την προσωπική ευθύνη. Προτιμούσαν να πεθάνουν με τους δικούς τους όρους παρά να ζήσουν με την ατίμωση. Γι' αυτό και το seppuku έμεινε στην ιστορία όχι μόνο ως μια βίαιη τελετουργία, αλλά και ως σύμβολο μιας ολόκληρης κοσμοθεωρίας, όπου η τιμή είχε μεγαλύτερη αξία από την ίδια τη ζωή.


Η Λίντελ δεν φοβάται να σοκάρει. Αντίθετα, μοιάζει να το επιδιώκει συνειδητά. Γυμνά σώματα σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου, ένας επιβλητικός bodybuilder που εκθέτει το σώμα του σαν ζωντανό γλυπτό, σκηνές αυνανισμού, ωμές σεξουαλικές εικόνες, χρήση τεράστιων ζωικών εντοσθίων, τσιγάρα που ανάβει και σβήνει στο αιδοίο της η ηθοποιός και μια σκηνή αιμοληψίας, όπου δύο νοσηλεύτριες παίρνουν αίμα επί σκηνής από την Liddell και τον Ιάπωνα κεντρικό ηθοποιό. Η ηθοποιός ενώνει σε ένα μπολ τα 2 αίματα και δημιουργεί μετά πάνω σε ένα λευκό ύφασμα/ καμβά κάτι σαν το περίγραμμα ενός ανθρώπινου σώματος με ανοιχτά χέρια ή σαν ένα αιματοβαμμένο σχέδιο Rorschach psychology test. Εικόνες που για κάποιους είναι τέχνη και για άλλους πρόκληση χωρίς όρια.
Το Seppuku είναι μια παράσταση που δύσκολα χωράει σε χαρακτηρισμούς. Ή θα την αγαπήσεις για την τόλμη, την αισθητική της και τη δύναμη των εικόνων της ή θα τη μισήσεις για όλα ακριβώς αυτά. Δεν προσπαθεί να γίνει αρεστή. Προκαλεί, ταρακουνά σε κάποιους δημιουργεί δυσφορία και ερωτήματα. Μια κοπέλα μπροστά μου σχεδόν λιποθύμησε και την συνόδεψαν έξω.
Προσωπικά, παρά τις εικόνες που με σόκαραν, μου άρεσε πολύ. Κυρίως γιατί, πέρα από την πρόκληση, μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τον Γιούκιο Μισίμα, το έργο του, τη ζωή του και τη φιλοσοφία του. Τεχνικά τη βρήκα εξαιρετική, με εντυπωσιακή σωματική έκφραση και μια σκηνική δύναμη που δύσκολα συναντάς.

Η Λίντελ δεν περιορίστηκε μόνο στη σκηνοθεσία. Υπογράφει το κείμενο, τη σκηνογραφία και τα κοστούμια, δημιουργώντας έναν απόλυτα προσωπικό σκηνικό κόσμο όπου τίποτα δεν μοιάζει τυχαίο. Κάθε εικόνα, κάθε αντικείμενο και κάθε σώμα πάνω στη σκηνή υπηρετεί τη δική της σκοτεινή ποιητική.
Οι υπόλοιποι ερμηνευτές δεν λειτουργούν ως απλοί ηθοποιοί αλλά ως περφόρμερ που εκθέτουν σώμα και ψυχή. Η σωματική τους έκφραση ήταν καθηλωτική, με απόλυτη πειθαρχία και ένταση, ενώ οι Ιάπωνες καλλιτέχνες έδωσαν μια αυθεντική σύνδεση με την κουλτούρα που διαπερνά ολόκληρο το έργο.
Οι φωτισμοί του Javier Alegría ήταν από τα μεγάλα ατού της παράστασης. Δημιουργούσαν εικόνες που έμοιαζαν άλλοτε με ζωγραφικούς πίνακες και άλλοτε με εφιαλτικά όνειρα, αναδεικνύοντας ιδανικά τη σκηνογραφία.
Το κείμενο συνομιλεί με αποσπάσματα από τα έργα του Γιούκιο Μισίμα Πατριωτισμός και Ο ναύτης που αρνήθηκε τη θάλασσα, ενώ η διασκευή του κλασικού έργου Nō Hagoromo δίνει στην παράσταση τον τελετουργικό και σχεδόν μυστικιστικό χαρακτήρα της.
Πίσω μου κάποια στιγμή άκουσα έναν θεατή να λέει: «Η Ιαπωνία είναι η Γερμανία της Ασίας». Δεν ξέρω αν συμφωνώ απόλυτα με αυτή τη φράση, αλλά σίγουρα περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η παράσταση προσεγγίζει την ιαπωνική κουλτούρα: με έμφαση στην πειθαρχία, την τιμή, την τελετουργία και την αισθητική του θανάτου.
Η παράσταση είχε προσελκύσει και αρκετούς ανθρώπους του θεάτρου και της περφόρμανς. Ανάμεσα στους θεατές διέκρινα τον Ευριπίδη Λασκαρίδη, τη Λένα Κιτσοπούλου και πολλούς ακόμη καλλιτέχνες, κάτι που από μόνο του έδειχνε το μεγάλο ενδιαφέρον που υπήρχε για την επιστροφή της Ανχέλικα Λίντελ στην Πειραιώς 260.
Στην ουσία, το Seppuku είναι μια ποιητική ελεγεία για τον θάνατο και τη δύσκολη έννοια της αυτοκτονίας, εμπνευσμένη από τη ζωή και τον θάνατο του Γιούκιο Μισίμα. Δεν επιχειρεί να εξιδανικεύσει τον θάνατο, περισσότερο μοιάζει με μια τελετουργική επίκληση στη μνήμη όλων όσοι έφυγαν, προσπαθώντας να μετατρέψει την απώλεια σε ποίηση και θεατρική εικόνα.
Μετά το τέλος της παράστασης, μας περίμενε δωρεάν πούλμαν του Φεστιβάλ, το οποίο μας μετέφερε στο κέντρο της Αθήνας, πραγματοποιώντας στάσεις στην Ομόνοια και στο Σύνταγμα.
https://aefestival.gr/festival_events/seppuku-the-funeral-of-mishima-or-the-pleasure-of-dying/