Διαβάσαμε το βιβλίο "Μαύροι πίνακες" της Σοφίας Καζαντζιάν και του Μάριου Ιορδάνου
ISBN: 9786182153000
ΣΕΛΙΔΕΣ: 360
ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ: Χαρτόδετο
ΓΛΩΣΣΑ: Ελληνικά
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ: 14 Χ 20,5
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 15/05/2025
Μαύροι Πίνακες – ένα κάδρο που στάζει σκοτάδι
Κάποιοι πίνακες δεν τους κοιτάς. Σε κοιτούν εκείνοι.
Ένα βιβλίο-μεταμόρφωση. Από την οθόνη στο χαρτί. Από την εικόνα στην ουσία. Οι Μαύροι Πίνακες δεν είναι απλώς μεταφορά της ομώνυμης σειράς που προβλήθηκε στο Star. Είναι ανασύσταση. Σαν να πήρε ανάσα το σκοτάδι και βγήκε με λέξεις.
Η Σοφία Καζαντζιάν και ο Μάριος Ιορδάνου – δύο συγγραφικές φωνές που δεν κραυγάζουν. Ψιθυρίζουν. Αφήνουν το κενό να μιλήσει. Τα μη-ειπωμένα γίνονται τα πιο ηχηρά.
Ένα κορίτσι βρίσκεται νεκρό. Όχι απλώς δολοφονημένο — σχεδιασμένο. Σαν να ήταν το σώμα της ένας καμβάς που θυμίζει την τεχνική του διάσημου Ισπανού Ζωγράφου Φρανθίσκο Γκόγια. Δεν είναι κάποια τυχαία, αλλά η κόρη του δημάρχου της μικρής ορεινής κωμόπολης Λεύκες. Η βία δεν είναι μόνο πράξη· είναι δήλωση. Πίσω από τη δολοφονία της, ένας νους σκοτεινός και μεθοδικός. Ό,τι κάνει, έχει λόγο. Κάθε φόνος, μια αναφορά στους Μαύρους Πίνακες του Γκόγια. Στην ομίχλη της επαρχιακής κωμόπολης, με τις σιωπές πιο βαριές απ’ τα λόγια, η αστυνόμος Άννα ψάχνει όχι μόνο τον δολοφόνο — αλλά και έναν τρόπο να συμβιώνει με τους δικούς της δαίμονες.
Δεν είναι ένα απλό αστυνομικό. Είναι ένας λαβύρινθος. Με νήματα από ώχρα, μαύρο και αίμα. Με βήματα που οδηγούν προς τα πίσω, εκεί που όλα ξεκίνησαν. Η Άννα το ξέρει: δεν κυνηγά μόνο έναν δολοφόνο. Κυνηγά ένα παρελθόν που δεν πέθανε ποτέ. Και ίσως αυτός που σκοτώνει, να λέει την αλήθεια με τον πιο βίαιο τρόπο. Μια ιστορία που χτίζεται όπως ένας πίνακας — στρώση στρώση. Και στο τέλος, κοιτάς. Και δεν μπορείς να ξεχάσεις.
Το βιβλίο είναι θραύσματα. Ιστορίες ανθρώπων που κρατούν μέσα τους πίνακες – μαύρους, άγραφους, βαθιά προσωπικούς. Πίνακες με ρωγμές, αίμα, μυστικά. Ό,τι αγγίζει την ψυχή και μένει. Σαν μουτζούρα.
Δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα. Ούτε άνετο. Μα είναι αληθινό. Σαν να σου περνά το δάχτυλο στον αυχένα η ενοχή σου.
Μου άρεσε που δεν ήθελε να αρέσει. Μου άρεσε που δεν φοβήθηκε το βάρος των θεμάτων του: οικογένεια, ενοχή, ανομολόγητο τραύμα. Μου άρεσε που δεν έλυσε τίποτα – μονάχα φώτισε. Για λίγο. Και μετά πάλι σκοτάδι.
Δεν είναι λογοτεχνία που επιδεικνύεται. Είναι λογοτεχνία που υπονοεί.
Διαβάζεται σαν εξομολόγηση. Ή σαν προσευχή από κάποιον που δεν πιστεύει πια.
Και μένει.

