Διαβάσαμε Τα Ανομολόγητα της Άνοιξης: Μια πρώτη προσέγγιση στα χαϊκού της Αναστασίας Κλώνη
Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη της συλλογή, η Αναστασία Κλώνη στρέφεται προς τη φόρμα των χαϊκού. Τούτο δεν δικαιολογεί απλώς μια αλλαγή τεχνικής, αλλά μια βαθύτερη ανάγκη για λιτότητα και ουσία. Στα Ανομολόγητα της Άνοιξης, η ποιήτρια μοιάζει να αναζητά τον πυρήνα του βιώματος, απογυμνώνοντας το συναίσθημα από κάθε περιττό στολίδι.
Η συλλογή διαρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες —Της Άνοιξης, Του έρωτα, Της Ανάστασης, Της τέχνης— που λειτουργούν ως σταθμοί μιας εσωτερικής πορείας. Η Άνοιξη δεν είναι εδώ μόνο εποχή, αλλά κυρίως διάθεση ύπαρξης· ένα «εύθραυστο όνειρο ανατέλλοντος παραδείσου», όπως εύστοχα σημειώνει στο προλογικό της η Ειρήνη Μπόμπολη. Τα χαϊκού της Κλώνη κινούνται σε νεορομαντικά μονοπάτια, όπου η φύση γίνεται καθρέφτης του εσωτερικού κόσμου: «Να σε μυρίσω / σα να 'σαι αγιόκλημα / ιδρώτας στάζει». Η αισθητηριακή εμπειρία είναι διάχυτη, σχεδόν σωματική.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην ενότητα Της Ανάστασης, όπου το θρησκευτικό βίωμα συναντά το φυσικό τοπίο: «Κόκκινος σταυρός / η γλυκιά παπαρούνα / της Ανάστασης». Η ποιήτρια, πτυχιούχος Θεολογίας, δεν κηρύσσει, αλλά υπαινίσσεται, αφήνοντας το σύμβολο να αναπνέει μέσα από την ιαπωνική φόρμα. Στην ενότητα Της τέχνης, η ποίηση αυτοαναφέρεται ως «θεϊκός καμβάς»
και καταφύγιο: «Στης ποίησής σου / το σύννεφο να γείρω / ν' αποκοιμηθώ».
Ενίοτε, κάποια ποιήματα δεν λειτουργούν τόσο ως αυτοτελή γλωσσικά κύτταρα αλλά περισσότερο ως στιγμιαία συναισθηματικά αποτυπώματα, τα οποία προσιδιάζουν περισσότερο προς μια ημερολογιακού τύπου καταγραφή με εικόνες συχνά δανεισμένες από μια κοινή ποιητική δεξαμενή, χωρίς ανανέωση:
· «Κοντά σου μένω / δίχως τους περισπασμούς / αχ! – άφησέ με» — Εδώ το επιφώνημα «αχ!» λειτουργεί ως ένα διαχρονικά εύκολο συναισθηματικό σήμα.
· «Νυχτοπερπατώ / ξυπόλητη σε φύλλα / φθινοπωρινά» — Η εικόνα είναι γνώριμη, σχεδόν κλισέ.
· «Παγκάκι στέκει / έρημο ν' αναπολεί / κόκκινα φιλιά» — Η προσωποποίηση του παγκακιού δεν προσθέτει κάτι νέο.Τα χαϊκού της Κλώνη είναι τρίστιχα που, ως επί το πλείστον, σέβονται το πνεύμα της φόρμας, ακόμη κι αν δεν τηρούν πάντα την αυστηρή συλλαβική δομή (βλ. «Φίλιον φως / το φως το απρόσιτον / — μνημείο καινού»). Η δύναμή τους έγκειται στην ικανότητα να συμπυκνώνουν το συναίσθημα σε εικόνα, αφήνοντας τον αναγνώστη μετέωρο ανάμεσα στο ειπωμένο και το ανείπωτο.
Η Παναγιώτα Λάμπρη, στο οπισθόφυλλο της συλλογης, σημειώνει ότι τα ποιήματα «υποβάλλουν νοήματα και συναισθήματα, καταθέτουν φιλοσοφικούς στοχασμούς» — και πράγματι, η συλλογή κερδίζει πόντους κατά την επανανάγνωση, όταν η λιτότητα των λέξεων διεισδύει σε βαθύτερα στρώματα.
Μια τρυφερή, αισθαντική γραφή που δικαιώνει την επιλογή της φόρμας και υπόσχεται ενδιαφέρουσες συνέχειες.
https://anoteleia.gr/anomologhta_ths_anoixhs_xaikoy_klonh

