Διαβάσαμε το βιβλίο "Ζω – γράφοντας υπαρξιακή ποιητική ψυχογραφία" της Βασιλικής Χρονοπούλου
Τα 57 στον αριθμό — ευθεία αναφορά στα θύματα των Τεμπών — ποιήματα «υπαρξιακής ποιητικής ψυχογραφίας», όπως η ίδια η Βασιλική Χρονοπούλου τοποθετεί τη γραφή της — αποτελούν ένα φιλόδοξο εγχείρημα: της μετάπλασης της ψυχοθεραπευτικής εμπειρίας σε ποίηση, καθιστώντας την όχημα αυτογνωσίας.
Το μεγάλο πλεονέκτημα της συλλογής είναι η θεματική της ειλικρίνεια. Ποιήματα όπως το «Πλεύση σε ποτάμια δακρύων» (σελ. 12) με τους στίχους «Πόση γενναιότητα να δείξεις / αντικρίζοντας παιδικά φέρετρα;» ή το «Ρουσφέτι» (σελ. 66) με την οδυνηρή αναφορά στα Τέμπη («μετρά 57 πτώματα / πόσους ζωντανούς αντέχει να αντικρίσει») αποδεικνύουν ότι η ποιήτρια δεν φοβάται να αγγίξει, διαμέσου ρητορικών ερωτήσεων, την πραγματικότητα με σκληρό και ρεαλιστικό τρόπο και με τη γλώσσα να υπηρετεί το συναίσθημα χωρίς περιστροφές.
Αλλού, ωστόσο, η ψυχοθεραπευτική ορολογία λειτουργεί ανασταλτικά. Φράσεις όπως «ασυνείδητο υλικό», «μεσοδερμική επικοινωνία», «ενδοβολές» μοιάζουν δανεισμένες από εγχειρίδιο ψυχολογίας και δεν έχουν επαρκώς αφομοιωθεί ποιητικά. Η υπαρξιακή πρόθεση συχνά πνίγεται στην αφαιρετική γλώσσα, με τον στίχο να χάνει σε λυρική πυκνότητα, όπως στο «Συνήχηση» (σελ. 18) ή σε εκτενή τμήματα του «Θαυματοποιός» (σελ. 37). Η ποίηση, εδώ, γίνεται για καλό σκοπό ένα εργαλείο ανάλυσης και όχι τόσο τέχνης.
Υπάρχουν, παρ' όλα αυτά, στιγμές όπου η γλώσσα λυτρώνεται. Στο «Λιβελούλα» (σελ. 62) η απλότητα και η εικονοπλασία θυμίζουν παραμύθι: «Φως είναι / ο χορός της λιβελούλας στον ανθισμένο κήπο». Στο «Αχαρτογράφητα νερά» (σελ. 74) η θάλασσα γίνεται σύμβολο συνάντησης με το «μέσα μας»: «Γι’ αυτό αγαπώ τη θάλασσα, / γιατί μου θυμίζει να μην αφήνω τον εαυτό μου απέξω». Εδώ η Χρονοπούλου θυμίζει ότι μπορεί να είναι ουσιαστική, ακριβώς όπως στο λιτό «Αντί» (σελ. 75): «Εσύ πόσα αντί / αντιμετώπισες;».
Στο ομώνυμο ποίημα «Ζω-γράφοντας», με τον στίχο «διάλεξα το πιο φωτεινό / να ακουμπήσω στο μαύρο φόντο» η ποιήτρια δεν αρνείται το σκοτάδι (το μαύροφόντο), αλλά επιλέγει συνειδητά να τοποθετήσει πάνω του το φωτεινό χρώμα.Είναι η ίδια λογική που διατρέχει όλη τη συλλογή, αλλά και τους ζωγραφικούς πίνακες: είναι η τέχνη ως τρόπος να φωτιστεί το σκοτάδι, όχι να αγνοηθεί.
Μεταξύ άλλων, η Χρονοπούλου ως ψυχοθεραπεύτρια δεν μπορεί να μην διδάξει. Η ματιά της είναι θεραπευτική και αυτό είναι ταυτόχρονα πλεονέκτημα και μειονέκτημα. Αφενός βλέπει βαθιά, αναγνωρίζει πληγές, προτείνει διεξόδους και αφετέρου ισχύει και το ότι η ποίηση δεν αντέχει πάντα τη «λύση». Έχει ανάγκη και το ανοιχτό ερώτημα, την αμφιβολία, το αδιέξοδο χωρίς φως.
Αναφορικά με τα προλογικά σημειώματα και τις συστάσεις, σίγουρα βοηθούν τον αναγνώστη να προσανατολιστεί, δημιουργώντας έτσι μια «γέφυρα» ανάμεσα στο βιβλίο και το κοινό. Παρόλα αυτά, η ατμόσφαιρα του επαίνου προδικάζει σε έναν βαθμό την ανάγνωση — ο αναγνώστης ξέρει ήδη τι πρέπει να θαυμάσει, με αποτέλεσμα να αναιρείται κατά ένα μέρος η αυτονομία του έργου, καθότι η ποίηση οφείλει να μιλάει από μόνη της.
Σε αυτή τη συλλογή, η ποιήτρια παλεύει με τους δαίμονές της και πολύ συχνά βγαίνει νικήτρια. Και όπως «ζει γράφοντας» (ο τίτλος είναι «Ζω-γράφοντας»),αντίστοιχα η Χρονοπούλου «γράφει ζώντας», βιώνοντας.
https://filntisi.gr/el/poetry/397--.html

