Είδαμε την παράσταση Bachelors and Bachelorettes
Bachelors and Bachelorettes
Παντρεύεται ο δούλος του Θεού...
Πόσες φορές ήσουν σε μια σχέση και ο κοινωνικός σου περίγυρος επέμενε να ρώτα: «Πότε με το καλό;» ή πόσες φορές έπιασες εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου να σκέφτεται αν αυτή η σχέση θα μπορούσε να οδηγήσει ποτέ σε γάμο; Με κάποιο τρόπο λοιπόν όλοι έχουμε κάνει σκέψεις γύρω από το γάμο και αυτό ακριβώς έρχεται να μας θίξει η Βάσια Βασιλείου μέσα από το έργο του Hanoch Levin και την αγγλόφωνη παράσταση ‘Bachelors and Bachelorettes’ στο Theater of the NO. Τη βαθιά δηλαδή ριζωμένη ιδέα του γάμου που επηρεάζει με κάποιον τρόπο όλες τις σχέσεις και έρχεται να επισκιάσει- όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας του έργου επεσήμανε- τα ζητήματα της μοναξιάς και της ανασφάλειας που ταλανίζουν όλους τους ανθρώπους.
Η κωμική αυτή παράσταση ακολουθεί την ερωτική πορεία πέντε ηρώων. Το έργο ξεκινάει με μια προσωπική στιγμή δύο ζευγαριών που εκτυλίσσεται παράλληλα με ίδια κίνηση και κοινή δράση. Τα ζευγάρια μοιάζουν να είναι σε ξεχωριστά δωμάτια , πιθανότατα ένοικοι διπλανών διαμερισμάτων. Η παράλληλα αυτή όμοια πράξη μας υπενθυμίζει πως όσο διαφορετικές και αν είναι οι σχέσεις δεν παύουν να έχουν έναν κοινό πυρήνα, με κοινούς προβληματισμούς έντονα επηρεασμένους από τη σύγχρονη καθημερινότητα. Ο κεντρικός ήρωας Σνάιντουχ, γρήγορα σπάει την δράση και με άμεση απεύθυνση στο κοινό μας ενημερώνει για το γάμο τον οποίο πρόκειται να κάνει όμως καθόλου δεν θέλει, καθώς όχι μόνον δεν αγαπάει την μέλλουσα γυναίκα του (Φλότσικα) άλλα τη σιχαίνεται σε βαθμό που δεν μπορεί καν να συνυπάρχει στο ίδιο σπίτι μαζί της. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον άντρα της διπλανής πόρτας (Χραμπίνο). Οι γυναίκες από την άλλη θέλουν τόσο πολύ να πραγματοποιηθεί αυτός ο γάμος που είναι έτοιμες να κάνουν τα πάντα για τους συντρόφους τους. Από την αρχή τα κοινωνικά στερεότυπα ξεπηδούν, με ένα γάμο για το φαίνεσθαι, την εξασφάλιση συζυγικής στέγης και μια γυναίκα εμμονική με την ιδέα του γάμου ως κοινωνικό αυτοσκοπό. Ο πέμπτος ήρωας της ιστορίας, Όουστγινκ, απόμακρος από αυτή τη συνθήκη και μόνος, έρχεται σαν εξωτερικός παρατηρητής και σχολιαστής, όπου με τις εκφράσεις του μοιάζει να αποδοκιμάζει και να κατακρίνει αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Ένα τρίτο μάτι, πιο ρομαντικό που πιστεύει στην αγάπη, την αναζήτα και αρνείται το γάμο ως μέσο αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου.
Η πορεία της πλοκής σύντομα αλλάζει, οι σχέσεις αλλάζουν και οι γείτονες μπλέκονται μεταξύ τους. Η Φλότσικα συνάπτει ερωτικές σχέσεις με τον Χραμπίνο και τα συναισθήματα απευθύνονται πλέον σε άλλο πρόσωπο. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει συναισθηματικά και τον Σνάιντουχ, η απόρριψη στο άτομο του δημιουργεί έλξη προς την απολεσθέντα σύζυγο, κυρίως όμως έρχεται ως αντίδραση στο πληγωμένο του εγωισμό. Η νέα κατάσταση τον οδηγεί στην παρηγοριά της απατημένης του γειτόνισσας Μπούμπα, η οποία με την σειρά της έχει συνάψει ήδη ερωτικές σχέσεις με τον Όουστγινκ. Ο άλλοτε ονειροπόλος ήρωας λυγίζει μπροστά στον φόβο της μοναξιάς και καταφεύγει στις ίδιες επιφανειακές συμπεριφορές με τους υπόλοιπους χαρακτήρες, και υποτάσσεται στο κοινωνικό κατεστημένο. Η συνθήκη αυτή αποτελεί το έναυσμα μιας σεξουαλικής ασυδοσίας τονίζοντας την αντικειμενοποίηση των ανθρώπων στο βωμό μιας πρόσκαιρης ικανοποίησης, την επιδερμικότητα των σημερινών σχέσεων και τη ματαιότητα που μας διέπει. Η έμφυτη τάση να παραδίδονται στους στιγμιαίους πόθους φαίνεται και στη συνέχεια του έργου από τους φαύλους κύκλους που δημιουργούνται, με τους ήρωες να επιστρέφουν στις αρχικές τους σχέσεις και να χωρίζουν ξανά με την πρώτη ευκαιρία εντείνοντας το αίσθημα της γενικότερης σύγχυσης.
Ήρωες συναισθηματικά ανώριμοι, που μπροστά στην προσωπική τους ανασφάλεια και τον φόβο ύπαρξης καταφεύγουν σε σχέσεις που συντηρούνται μονάχα από την σεξουαλική εκτόνωση, χωρίς πραγματική διάθεση για δέσμευση, ενώ εύκολα γκρεμίζονται από το επόμενο ερωτικό κάλεσμα. Θα καταλήξουν άραγε πουθενά αυτοί οι κύκλοι;
Το κωμικοτραγικό στοιχείο είναι εμφανές τόσο στην εξωτερική εμφάνιση των ηθοποιών, βαμμένοι σαν κλόουν- με έναν τρόπο που αντικατοπτρίζει τη γελοιότητα τους- όσο και από το κινησιολογικό μιμητικό στοιχείο. Η απόδοση του θέματος σε γκροτεσκικούς χαρακτήρες με έντονες επιρροές από commedia dell’ arte είναι ιδιαίτερα εύστοχη και ενισχύει την πλοκή, σε συνδυασμό με τις χορογραφημένες και λεπτομερώς περιγραφικές κινήσεις που πολλές φορές πήραν τη θέση του λόγου. Η χρήση της μουσικής σε συνδυασμό με τα πολύχρωμα φώτα ιδιαίτερα έξυπνη ενισχύει το κωμικό στοιχείο χαρίζοντας περισσότερες στιγμές γέλιου.
Η ερμηνεία των ηθοποιών εξαιρετική, που στην συγκεκριμένη παράσταση είναι ακόμα πιο αξιέπαινη δεδομένου ότι μιλάνε στα αγγλικά με τόση ευχέρεια που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν είναι στα αλήθεια Έλληνες.
Αν έλλειψε κάτι από αυτή την τόσο έντονη παράσταση ήταν μερικές στιγμές σιωπής, ώστε να δώσουν στο κοινό την δυνατότητα επεξεργασίας της συνεχόμενης πληροφορίας. Οι διάλογοι, σε συνδυασμό με τους παραγόμενους ήχους και την ακολουθία της μουσικής ενδεχομένως σε μικρές στιγμές να πνίγει τη σκέψη σου. Ίσως αν η παράσταση ήταν ελαφρώς μικρότερη σε διάρκεια κάτι τέτοιο να μην χρειαζόταν καθόλου.
Κατά τ’ άλλα ένα έργο κωμικό, με έντονο ειρωνικό στοιχείο- που αν και παίχθηκε για πρώτη φορά το 2002 είναι πιο επίκαιρο από ποτέ- βουτηγμένο στο σήμερα, εμποτισμένο με στερεότυπα και απόψεις που μαστίζουν την κοινωνίας μας και επηρεάζουν τη «συντροφική» μας συμπεριφορά. Μια μαύρη κωμωδία που σε φέρνει σε αμηχανία, σε κάνει να γελάς και σίγουρα σε βάζει σε σκέψεις.
Και κάτι τελευταίο αν υπάρχει κάτι που να με εντυπωσίασε ευχάριστα στο Theater of the NO, δεν είναι μόνο του γεγονός ότι δίνει φωνή στο θέατρο σε μια άλλη γλώσσα ανοίγοντας την πόρτα σε περισσότερους ανθρώπους, αλλά ότι σου δίνει την ευκαιρία να μιλήσεις για αυτό. Μετά το πέρας κάθε παράστασης, οι ηθοποιοί ακόμα ως ήρωες ανεβαίνουν ξανά στη σκηνή και σου δύναται η ευκαιρία να συνομιλήσεις μαζί τους, να ρωτήσεις ό,τι σε ενδιαφέρει και να εισχωρήσεις ακόμα πιο βαθιά στη σκέψη της παράστασης, του δημιουργού και τα νοοτροπίας του θεάτρου!
• Σκηνοθεσία, Επιμέλεια Κίνησης, Σχεδιασμός Σκηνικού και Φωτισμών, Art Direction: Βασιλείου Βάσια
• Βοηθός Σκηνοθέτη: Efsta Sachla
• Πάιζουν οι: Ανέστης Ισχνόπουλος, Κατερίνα Κλαυδιανού, Γιώργος Χουσάκος, Γεωργία Γρίβα, Αδαμάντιος Τιρέλ
• Πρωτότυπη Μουσική: Φίλιππος Περιστέρης
• Φωτογραφία/ Βίντεο: Νίκος Παγωνάκης
• Βοηθός Παραγωγής: Γιάννης Τσουκάς
• Βοηθός Κατασκευής Σκηνικών: Μαβιάνα Μαργουδή
• Κατασκευή μασκών: Βασίλης Λαγγας
• Αφίσα: Μαριλένα Γκιρλέμη
• Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Ελευθερία Σακαρέλη
• Παραγωγή: Fail Better Productions

