Είδαμε την παράσταση "Κάποια στιγμή θα μάθετε ποιος είμαι" ατο θέατρο Σταθμός
ΕΙΔΑΜΕ
Γράφτηκε από
Κατερίνα Τσουκάτου
Νοέμβριος 17 2024
μέγεθος γραμματοσειράς
μείωση του μεγέθους γραμματοσειράς
αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Αναρωτηθήκατε ποτέ που χάνονται τα λόγια; Ή τι συμβαίνει όταν σταματάμε να ακούμε μια γνώριμη φωνή, πού χάθηκαν όσα μοιραστήκαμε; Σε μια τέτοια συνθήκη σκέψης ήρθε να μας βάλλει η Μαρία Ζορμπά μέσα από την πρώτη της σκηνοθετική δουλειά με το κείμενο του Θοδωρή Γκόνη.
Η παράσταση «Κάποια στιγμή θα μάθετε ποιος είμαι», είναι για μια γυναίκα που δέχεται επί δέκα χρόνια καθημερινά τηλεφωνήματα από έναν άντρα, ο οποίος δεν αποκαλύπτει το ποιος είναι, μέχρι που μια μέρα απλά εξαφανίζεται. Αυτό είναι και το εναρκτήριο σημείο του έργου. Μια γυναίκα γεμάτη αναμνήσεις, γεμάτη απορίες από έναν άντρα που μοιάζει να γνωρίζει σε βάθος και ας μην έχει δει ποτέ το πρόσωπο του.
Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας, είναι μια ιδιαίτερη γυναίκα, ένας μοναχικός άνθρωπος, με ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές και αφηρημένη σκέψη. Αυτή η γυναίκα, γεμάτη κοινωνικό άγχος, παρεξηγημένη από τον περίγυρό της, νιώθει ξένη και βρίσκει φυγή μονάχα στη φύση- μέσα στην θάλασσα. Αυτός ο ασυνήθιστος χαρακτήρας που πορεύεται αγκαλιά με την ιδιαιτερότητά του, βρίσκει τελικά καταφύγιο στην φωνή ενός ανθρώπου, στα λόγια κάποιου που μοιάζει να μπορεί να της προσφέρει ένα είδος λύτρωσης, προσοχής και (αυτό)αγάπης που φαίνονται να λείπουν από τη ζωή της. Η Μυρτώ Αλικάκη, καταφέρνει με τρομερή επιτυχία να ενσαρκώσει αυτό το ρόλο. Αποδίδει με φυσικότητα όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της «παράξενης» γυναίκας, από το περπάτημα, στις σπασμωδικές κινήσεις έως και στο έντονο βλέμμα της, που διαπερνά το κοινό κοιτώντας μας στα μάτια. Η άμεση απεύθυνση στους θεατές, ο τρόπος που ψάχνει απαντήσεις μέσα από όσους είναι εκεί και την ακούνε , η εκμυστήρευση του τί ένιωσε και έζησε, κάνει όλη την παράσταση να μοιάζει σαν μια πολύ προσωπική κουβέντα μεταξύ δύο φίλων. Η υποκριτική δεινότητα της Μυρτούς Αλικάκης καταφέρνει να επικοινωνήσει κάθε συναίσθημα που βιώνει εκείνη τη στιγμή η ηρωίδα, από τον πόθο έως και την ματαιότητα. Την βασική γυναίκα περιβάλλουν δύο ακόμη ηθοποιοί, οι οποίες μοιάζουν να είναι συνέχειά της. Οι δύο γυναίκες, επίσης με πολύ δυνατή ερμηνεία, έρχονται συμπληρωματικά στην πλοκή είτε ως σκέψεις είτε ως αναμνήσεις- εκδοχές μιας νεαρής ηλικίας . Σε κάθε περίπτωση συμβάλλουν σημαντικά στη δράση και κρατούν σε εγρήγορση τους θεατές. Οι τρεις γυναίκες απόλυτα συγχρονισμένες τόσο λεκτικά, όσο και κινησιολογικά καταφέρνουν να μοιάζουν με έναν άνθρωπο που μοιράζεται τον ίδιο παράπονο.
Η εξιστόρηση αυτής της ιδιόρρυθμης σχέσης ,θίγει διάφορα σημαντικά ζητήματα γύρω από τους διαπροσωπικούς δεσμούς που δημιουργούνται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Στο επίκεντρο έρχεται η σημασία της εικόνας, και κατά πόσο είναι πραγματική αναγκαιότητα να είναι γνώριμη η όψη του άλλου ανθρώπου προκειμένου να γεννηθεί ένα συναίσθημα οικειότητας. Μέσα από αυτό προκύπτει και το ζήτημα της επαφής , και αν τα λόγια μπορούν να αντισταθμίσουν την απουσία της απτής ύπαρξης. Όπως επίσης και πόση δύναμη κρύβεται στο λόγο κάποιου, ο οποίος καταφέρνει να μας αλλάξει γνώμη γύρω από την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τον εαυτό μας.
Ο σκηνικός χώρος αν και απλός εναλλάσσεται συνεχώς από πληθώρα σκηνικών με απόλυτη φυσικότητα στη ροή κίνησης των ηθοποιών. Τα σκηνικά αντικείμενα γεμάτα συμβολισμούς έρχονται να συμπληρώσουν σε νόημα όσα λέγονται. Ακόμη και ο φωτισμός ακολουθεί τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της ηρωίδας. Από το ονειροπόλο ανοιχτό μωβ – περιβάλλον της ιστορίας, σε ένα κίτρινο γεμάτο απόγνωση και προσμονή. Η γενικότερη ατμόσφαιρα που δημιουργείται ενισχύει το δίπολο λογικής- παραφροσύνης που φαίνεται να διαπερνά όλο το έργο.
Τελικά, ο θεατρικός λόγος του Θοδωρή Γκόνη καταφέρνει να φέρει στο προσκήνιο θεματικές με ένα ξεχωριστό ποιητικό τρόπο, που προκαλεί τη σκέψη. Αν και το έργο μοιάζει να έχει για πυρήνα του τον έρωτα, στην πραγματικότητα αφορά την ολότητα του κάθε ανθρώπου. Το πώς υπάρχουμε μέσα σε μια πόλη ,σε σχέση με τους άλλους, σε σχέση με τον εαυτό μας και σύμφωνα τη φύση που τα περιβάλλει τα πάντα.
Το τέλος έρχεται με τέτοιο τρόπο που σε αφήνει μετέωρο, γεμάτο σκέψεις και με μια ακόμα πιο έντονη επιθυμία για περισσότερες εξηγήσεις. Αν και η στιγμή του να μάθουμε ποιος είναι ίσως και να μην έρθει ποτέ, βλέποντας αυτή την παράσταση συνειδητοποιείς τόσο πολλά, που σίγουρα σε κάνει να ξεχνάς ότι όσα είδες ξεκίνησαν με το τηλέφωνο ενός άνδρα.
Η παράσταση «Κάποια στιγμή θα μάθετε ποιος είμαι», είναι για μια γυναίκα που δέχεται επί δέκα χρόνια καθημερινά τηλεφωνήματα από έναν άντρα, ο οποίος δεν αποκαλύπτει το ποιος είναι, μέχρι που μια μέρα απλά εξαφανίζεται. Αυτό είναι και το εναρκτήριο σημείο του έργου. Μια γυναίκα γεμάτη αναμνήσεις, γεμάτη απορίες από έναν άντρα που μοιάζει να γνωρίζει σε βάθος και ας μην έχει δει ποτέ το πρόσωπο του.
Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας, είναι μια ιδιαίτερη γυναίκα, ένας μοναχικός άνθρωπος, με ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές και αφηρημένη σκέψη. Αυτή η γυναίκα, γεμάτη κοινωνικό άγχος, παρεξηγημένη από τον περίγυρό της, νιώθει ξένη και βρίσκει φυγή μονάχα στη φύση- μέσα στην θάλασσα. Αυτός ο ασυνήθιστος χαρακτήρας που πορεύεται αγκαλιά με την ιδιαιτερότητά του, βρίσκει τελικά καταφύγιο στην φωνή ενός ανθρώπου, στα λόγια κάποιου που μοιάζει να μπορεί να της προσφέρει ένα είδος λύτρωσης, προσοχής και (αυτό)αγάπης που φαίνονται να λείπουν από τη ζωή της. Η Μυρτώ Αλικάκη, καταφέρνει με τρομερή επιτυχία να ενσαρκώσει αυτό το ρόλο. Αποδίδει με φυσικότητα όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της «παράξενης» γυναίκας, από το περπάτημα, στις σπασμωδικές κινήσεις έως και στο έντονο βλέμμα της, που διαπερνά το κοινό κοιτώντας μας στα μάτια. Η άμεση απεύθυνση στους θεατές, ο τρόπος που ψάχνει απαντήσεις μέσα από όσους είναι εκεί και την ακούνε , η εκμυστήρευση του τί ένιωσε και έζησε, κάνει όλη την παράσταση να μοιάζει σαν μια πολύ προσωπική κουβέντα μεταξύ δύο φίλων. Η υποκριτική δεινότητα της Μυρτούς Αλικάκης καταφέρνει να επικοινωνήσει κάθε συναίσθημα που βιώνει εκείνη τη στιγμή η ηρωίδα, από τον πόθο έως και την ματαιότητα. Την βασική γυναίκα περιβάλλουν δύο ακόμη ηθοποιοί, οι οποίες μοιάζουν να είναι συνέχειά της. Οι δύο γυναίκες, επίσης με πολύ δυνατή ερμηνεία, έρχονται συμπληρωματικά στην πλοκή είτε ως σκέψεις είτε ως αναμνήσεις- εκδοχές μιας νεαρής ηλικίας . Σε κάθε περίπτωση συμβάλλουν σημαντικά στη δράση και κρατούν σε εγρήγορση τους θεατές. Οι τρεις γυναίκες απόλυτα συγχρονισμένες τόσο λεκτικά, όσο και κινησιολογικά καταφέρνουν να μοιάζουν με έναν άνθρωπο που μοιράζεται τον ίδιο παράπονο.
Η εξιστόρηση αυτής της ιδιόρρυθμης σχέσης ,θίγει διάφορα σημαντικά ζητήματα γύρω από τους διαπροσωπικούς δεσμούς που δημιουργούνται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Στο επίκεντρο έρχεται η σημασία της εικόνας, και κατά πόσο είναι πραγματική αναγκαιότητα να είναι γνώριμη η όψη του άλλου ανθρώπου προκειμένου να γεννηθεί ένα συναίσθημα οικειότητας. Μέσα από αυτό προκύπτει και το ζήτημα της επαφής , και αν τα λόγια μπορούν να αντισταθμίσουν την απουσία της απτής ύπαρξης. Όπως επίσης και πόση δύναμη κρύβεται στο λόγο κάποιου, ο οποίος καταφέρνει να μας αλλάξει γνώμη γύρω από την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τον εαυτό μας.
Ο σκηνικός χώρος αν και απλός εναλλάσσεται συνεχώς από πληθώρα σκηνικών με απόλυτη φυσικότητα στη ροή κίνησης των ηθοποιών. Τα σκηνικά αντικείμενα γεμάτα συμβολισμούς έρχονται να συμπληρώσουν σε νόημα όσα λέγονται. Ακόμη και ο φωτισμός ακολουθεί τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της ηρωίδας. Από το ονειροπόλο ανοιχτό μωβ – περιβάλλον της ιστορίας, σε ένα κίτρινο γεμάτο απόγνωση και προσμονή. Η γενικότερη ατμόσφαιρα που δημιουργείται ενισχύει το δίπολο λογικής- παραφροσύνης που φαίνεται να διαπερνά όλο το έργο.
Τελικά, ο θεατρικός λόγος του Θοδωρή Γκόνη καταφέρνει να φέρει στο προσκήνιο θεματικές με ένα ξεχωριστό ποιητικό τρόπο, που προκαλεί τη σκέψη. Αν και το έργο μοιάζει να έχει για πυρήνα του τον έρωτα, στην πραγματικότητα αφορά την ολότητα του κάθε ανθρώπου. Το πώς υπάρχουμε μέσα σε μια πόλη ,σε σχέση με τους άλλους, σε σχέση με τον εαυτό μας και σύμφωνα τη φύση που τα περιβάλλει τα πάντα.
Το τέλος έρχεται με τέτοιο τρόπο που σε αφήνει μετέωρο, γεμάτο σκέψεις και με μια ακόμα πιο έντονη επιθυμία για περισσότερες εξηγήσεις. Αν και η στιγμή του να μάθουμε ποιος είναι ίσως και να μην έρθει ποτέ, βλέποντας αυτή την παράσταση συνειδητοποιείς τόσο πολλά, που σίγουρα σε κάνει να ξεχνάς ότι όσα είδες ξεκίνησαν με το τηλέφωνο ενός άνδρα.
Συντελεστές :
Σκηνοθεσία: Μαρία Ζορμπά
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μυρτώ Παγκάλου
Σκηνικά: Εικαστικό περιβάλλον: Μάρια Μπαχά
Κοστούμια: Μαρία Ζορμπά
Μουσική: Τηλέμαχος Μούσας
Φωτισμοί: Ευθύμης Χρήστου
Χορογραφία: Επιμέλεια κίνησης: Μυρσίνη Πετρούτσου
Παίζουν: Μυρτώ Αλικάκη | Μαζί της επί σκηνής: Αιμιλία Παπαχριστοφίλου, Νικόλ Κοροντζή
Εισιτήρια:
https://www.more.com/theater/kapoia-stigmi-tha-mathete-poios-eimai/

