Είδαμε "Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ" στην Πειραιώς 260

Είδαμε "Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ" στην Πειραιώς 260

«Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» — όταν η τέχνη γίνεται ανάγκη και η ύλη αρχίζει να πονάει

Βασισμένο στο ομώνυμο διήγημα του Δημήτρη Χατζή από τη συλλογή Σπουδές του 1976, το έργο δεν είναι ένα «απλό» διήγημα. Είναι περισσότερο μια παράξενη, ιδιαίτερη σπουδή πάνω στη γλυπτική, στον καλλιτέχνη, στο δημιούργημά του και κυρίως στη λεπτή γραμμή όπου η τέχνη παύει να είναι επιλογή και γίνεται ανάγκη. Το ίδιο το κείμενο μοιάζει να κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία και το δοκίμιο. Ο Χατζής, ένας από τους σημαντικούς πεζογράφους της μεταπολεμικής Ελλάδας, έζησε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του στην Ουγγαρία ως πολιτικός πρόσφυγας. Και ίσως έχει τη δική του σημασία ότι μέσα από τη μυθοπλασία μάς συστήνει μια Ουγγαρέζα γλύπτρια, την Ιζαμπέλα Μόλναρ.
Μια γυναίκα που δεν υπήρξε ποτέ.
Κι όμως, για εβδομήντα πέντε λεπτά, υπάρχει μπροστά μας.
Υπάρχει μέσα στον πηλό.
Υπάρχει μέσα στα αγάλματα.
Υπάρχει μέσα στο σώμα της Στεφανίας Γουλιώτη.
Η παράσταση έχει ήδη αρχίσει όταν μπαίνουμε στην αίθουσα. Τα αγάλματα είναι εκεί. Η Ιζαμπέλα είναι εκεί. Και η Γουλιώτη, πριν ακόμη «ξεκινήσει» επίσημα η παράσταση, βρίσκεται ήδη πάνω στη σκηνή, περιφέρεται, κοιτάζει, αγγίζει, εξετάζει τα αγάλματα, πετάει τις δικές της βρισιές, περιμένει με έναν σχεδόν ανυπόμονο τρόπο να καθίσει και ο τελευταίος θεατής.
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται να παρακολουθήσεις απλώς μια ιστορία.
Θα μπεις μέσα σε έναν κόσμο.
Έναν κόσμο λίγο άβολο. Λίγο βρώμικο. Ασφυκτικό.
«Δεν έχει αέρα εδώ μέσα. Πνίγομαι».
Και μετά:
«Σιωπή, μπουρδέλα, μπουτίκ, όλα για τον τουρίστα».
Από την πρώτη στιγμή υπάρχει κάτι άγριο. Κάτι σχεδόν ζωώδες.
Και μετά έρχεται η γλυπτική.
«Η γλυπτική είναι η τέχνη που αγαπώ».
Ο άντρας-αφηγητής στέκεται στη μία πλευρά της σκηνής και αρχίζει να μας μιλά για αυτήν. Για τους όγκους, τους άξονες, τις κλίσεις, τις τρεις διαστάσεις. Προσπαθεί να καταλάβει το έργο που έχει μπροστά του. Προσπαθεί να βρει τον κάθετο άξονα.
«Είμαι ένας θαυμαστής και τίποτα περισσότερο».
Και ίσως αυτή η φράση να είναι ένα από τα κλειδιά ολόκληρης της παράστασης.
Γιατί τι είμαστε τελικά απέναντι στην τέχνη;
Θαυμαστές;
Παρατηρητές;
Δημιουργοί;
Ή απλώς άνθρωποι που προσπαθούμε να καταλάβουμε κάτι που είναι μεγαλύτερο από εμάς;
Ο Χατζής γράφει για τη γλυπτική ως «έλλογη οργάνωση μέσα στον άλογο κόσμο». Και η παράσταση της Στεφανίας Γουλιώτη μοιάζει να παίρνει αυτή τη φράση και να την κάνει σώμα.
Πηλό.
Αίμα.
Ιδρώτα.
Φως.
Σώμα.
Τα αγάλματα δεν είναι απλώς αντικείμενα πάνω στη σκηνή. Είναι πρόσωπα. Είναι μάρτυρες. Είναι μνήμη. Είναι η Ιζαμπέλα πριν ακόμη τη γνωρίσουμε.
Και η ερώτηση που δημιουργείται μέσα μου αρχίζει να γίνεται όλο και πιο ενοχλητική:
Οι άνθρωποι έχουν ψυχή;
Τα αγάλματα έχουν ψυχή;
Οι άνθρωποι είναι αγάλματα;
Και τα αγάλματα άνθρωποι;
Η Ιζαμπέλα παρουσιάζεται αρχικά σαν μια γυναίκα σχεδόν κοινότοπη. Αδιάφορη. Ατημέλητη. Με τα λεπτά χείλη, το σκληρό δέρμα, τα «κοινότατα» χέρια. Μια γυναίκα που μοιάζει να μην έχει καμία συναίσθηση της γυναικείας της υπόστασης.
Και ύστερα γδύνεται.
Και γίνεται κι αυτή άγαλμα.
Εδώ η παράσταση με κέρδισε πραγματικά.
Γιατί δεν προσπαθεί να μας πει απλώς την ιστορία μιας γλύπτριας.
Μας δείχνει πώς ένας άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί στο ίδιο του το έργο.
Και πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει αυτό.
Η Ιζαμπέλα δημιουργεί. Αφαιρεί. Συμπληρώνει. Διακοσμεί. Επαναλαμβάνει. Ενώνει διαφορετικά υλικά. Αναζητά την ισορροπία. Προσπαθεί να δώσει μορφή στο άμορφο.
Μέχρι που η ίδια αρχίζει να χάνει τη δική της μορφή.
Από την αρχική ακαμψία έρχεται το πρώτο σπάσιμο.
Μετά η κάμψη.
Μετά η διάλυση.
Και τελικά η καταστροφή.
Με ένα σφυρί καταστρέφει τα έργα των τελευταίων χρόνων.
Με το ίδιο σφυρί σκοτώνει τον άντρα της.
Καταδικάζεται σε ισόβια και οδηγείται σε ψυχιατρείο.
Και εκεί, σαν να επιστρέφει προς τα πίσω, ξαναγίνεται ο άνθρωπος που ήταν πριν από την τέχνη.
Μέχρι που μια νεροποντή καταστρέφει και τα τελευταία έργα της. Ο πηλός διαλύεται. Καταρρέει.
Όπως καταρρέει και η ίδια.
Και κάπου εκεί, ομολογώ, πόνεσε η ψυχή μου.
Γιατί αυτό που στην αρχή έμοιαζε με ιστορία για τη γλυπτική, στο τέλος γίνεται ιστορία για την ανθρώπινη ύπαρξη.
Για τη δημιουργία.
Για την εμμονή.
Για την ανάγκη μας να βάλουμε τάξη μέσα στο χάος.
Και για το τίμημα όταν αυτή η ανάγκη γίνεται μεγαλύτερη από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ιδιαίτερα δυνατή βρήκα και τη σκηνική σύνθεση. Τα αγάλματα είναι ήδη εκεί, σαν να περιμένουν. Η σκηνή δεν είναι απλώς χώρος δράσης αλλά ένα εργαστήριο, ένα ψυχικό τοπίο. Το νερό που ψεκάζει τα γλυπτά, το φως που μοιάζει να καρφώνεται πάνω στο κεφάλι, οι στροβοσκοπικοί φωτισμοί, η μουσική και ο ήχος, όλα λειτουργούν περισσότερο σαν αισθήσεις παρά σαν «στοιχεία μιας παράστασης».
Και εδώ θέλω να σταθώ στη Στεφανία Γουλιώτη.
Γιατί δεν σκηνοθετεί απλώς την παράσταση.
Μπαίνει μέσα της.
Το σώμα της γίνεται υλικό.
Άλλοτε γυναίκα, άλλοτε γλύπτρια, άλλοτε άγαλμα, άλλοτε ζώο, άλλοτε άνθρωπος που παλεύει να κρατηθεί όρθιος.
Δεν φοβάται να τσαλακωθεί, να λερωθεί, να γίνει άσχημη, να γίνει ακραία. Και αυτό είναι που κάνει την ερμηνεία της τόσο δύσκολη να αγνοηθεί.
Η δουλειά της Ισμήνης Τσοφίδου στα γλυπτά είναι επίσης καθοριστική, γιατί χωρίς αυτή την ύλη η παράσταση θα έχανε ένα μεγάλο μέρος της δύναμής της. Τα γλυπτά δεν λειτουργούν ως διακόσμηση. Είναι ένας δεύτερος θίασος πάνω στη σκηνή.

Ξεχωριστή αναφορά αξίζει και στους υπόλοιπους συντελεστές που έδεσαν τόσο οργανικά το σύνολο. Η Φιλάνθη Μπουγάτσου με το σκηνικό, ο Σάκης Μπιρμπίλης με τους φωτισμούς και ο Ηλίας Φλάμμος στον ήχο δημιουργούν έναν χώρο που μοιάζει να αναπνέει μαζί με την Ιζαμπέλα. Η μουσική του Γιώργου Πούλιου και η κίνηση της Αντωνίας Οικονόμου ενισχύουν τη σωματικότητα της παράστασης, ενώ η Νίκη Ψυχογυιού στα κοστούμια ολοκληρώνει την ιδιαίτερη εικαστική της ταυτότητα. Μια δουλειά όπου κανένα στοιχείο δεν μοιάζει περιττό και όλοι οι συντελεστές λειτουργούν σαν κομμάτια του ίδιου ζωντανού γλυπτού.
Στους δύο ερμηνευτές, Στεφανία Γουλιώτη και Φώτη Στρατηγό, ανήκει ένα μεγάλο μέρος της δύναμης της παράστασης. Η Γουλιώτη παραδίδεται ολοκληρωτικά στο σώμα, στην ένταση και στην αποδόμηση της Ιζαμπέλας, ενώ ο Φώτης Στρατηγός λειτουργεί με μια πιο εσωτερική, συγκρατημένη παρουσία, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη. Δύο διαφορετικές ενέργειες που συναντιούνται πάνω στη σκηνή και υπηρετούν με συνέπεια έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος, το άγαλμα και η τέχνη μοιάζουν να μπερδεύουν διαρκώς τα όριά τους.
Γιατί η τέχνη, όπως και η ζωή, δεν είναι πάντα κάτι που πρέπει να καταλάβουμε.
Μερικές φορές πρέπει απλώς να μας ταράξει.
Και Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ με τάραξε.
Για την ακρίβεια, βγήκα από την αίθουσα έχοντας περισσότερο στο μυαλό μου τα αγάλματα παρά την ίδια την ιστορία.
Και αυτή η εικόνα ενός ανθρώπου που προσπαθεί να οργανώσει το χάος, μέχρι που το ίδιο το χάος τον καταπίνει, μου έμεινε.
«Και τ' άγαλμα τότε, έτσι που ορθώνεται τελειωμένο σε ανθρώπινα μέτρα, στ' ανθρώπινα μέτρα, είναι μια νίκη της εναντίωσης του ανθρώπου στην τυχαία του φύση.»
Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται όλη η Ιζαμπέλα.
Στην προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει την τυχαία του φύση.
Και στην τραγική στιγμή που συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί.
75 λεπτά. Χωρίς διάλειμμα.
Και όταν τελειώνει, δεν έχεις την αίσθηση ότι είδες απλώς μια παράσταση.
Έχεις την αίσθηση ότι για λίγο μπήκες μέσα σε ένα εργαστήριο όπου κάποιος προσπαθούσε να δώσει μορφή στο χάος.
Και μετά άφησε το χάος να κερδίσει.

https://www.ticketservices.gr/event/to-foniko-tis-isabella-molnar/?lang=el

 

Επιλέξτε Θέατρο

Θέατρο

Επιλέξτε Παράσταση

Παράσταση

Σύνθετη Αναζήτηση

Είδος

Ημέρα

Περιοχή

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Banner Ελευσίνια Μυστίρια Φεστιβαλ Ηλιουπολης 1

« Οκτώβριος 2026 »
Δευ Τρί Τετ Πέμ Παρ Σάβ Κυρ
      1 2 3 4
5 6 7 8 9 10 11
12 13 14 15 16 17 18
19 20 21 22 23 24 25
26 27 28 29 30 31  

ΘΕΑΤΡΟ.GR Τα πάντα για το Θέατρο

Θέατρο Παραστάσεις: Όλος ο κόσμος του Θεάτρου στην οθόνη σου! Παραστάσεις, κριτικές, συνέντευξεις, διαγωνισμοί κ.α.

O ιστότοπος μας χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.