Είδαμε την παράσταση "Οι σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας" στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης σκηνοθετεί φέτος τις «Σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας», στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, που από το τίτλο και μόνο καταλαβαίνεις ότι θα 'ναι μια παράσταση ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. Μια παράσταση που μπήκε ήδη στο προσωπικό μου top 10 για τη φετινή θεατρική χρονιά, όχι μόνο για την αισθητική της ιδιαιτερότητα, αλλά κυρίως για την ανθρωποκεντρική της δύναμη.
Ο συγγραφέας, ο Lukas Bärfuss, γεννημένος το 1971 στο Τουν της Ελβετίας, συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες σύγχρονες φωνές της γερμανόφωνης δραματουργίας. Θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, έχει διαμορφώσει ένα έργο που τολμά να εισχωρεί στις πιο άβολες περιοχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, εκεί όπου η ηθική, η κοινωνική ευθύνη και η ατομική ελευθερία συγκρούονται. Το 2019 τιμήθηκε με το Βραβείο Georg Büchner, μία από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές διακρίσεις του γερμανόφωνου κόσμου. Στο έργο του «Οι σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας» (2003) βιβλίο μόλις 80 σελίδων, στρέφει το βλέμμα του σε ένα ζήτημα εξαιρετικά ευαίσθητο: το δικαίωμα ενός ανθρώπου να ανακαλύψει τον εαυτό του, ακόμη κι όταν η δική του αλήθεια αναστατώνει τις βεβαιότητες των άλλων.
Στο επίκεντρο του έργου βρίσκεται η Ντόρα. Μια νέα κοπέλα που έχει κάποια ψυχική ή νοητική ασθένεια και βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή με ψυχοφάρμακα. Η μητέρα της, μια μέρα αποφασίζει να ζητήσει στον ψυχίατρο να της διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή καθώς η κόρη της έχει χάσει την επαφή με τον εαυτό της, τους γύρω της και το περιβάλλον. Θεωρεί ότι αν απελευθερωθεί από την αγωγή η κόρη της θα "επιστρέψει". Διστακτικά, ο γιατρός της Ντόρας δέχεται τη διακοπή των φαρμάκων. Έτσι το κορίτσι μοιάζει σαν να ξυπνάει σιγά σιγά από τον λήθαργο που ζούσε κι έρχεται σε επαφή με έναν κόσμο μέχρι τότε απροσπέλαστο. Το σώμα της, την επιθυμία, τη σεξουαλικότητα, τον έρωτα, την ανάγκη για επαφή και προσωπική αυτοδιάθεση ακόμα και την επιθυμία για μητρότητα. Αρχίζει να ανακαλύπτει τη ζωή με την αμεσότητα και την αφοπλιστική ειλικρίνεια κάποιου που δεν έχει μάθει να φιλτράρει την ύπαρξή του μέσα από τις κοινωνικές συμβάσεις. Και κάπου εκεί οι γύρω της αρχίζουν να αντιδρούν περίεργα.
Γιατί πόσο πραγματικά ανεκτικοί είμαστε απέναντι σε εκείνον που δεν συμπεριφέρεται όπως έχουμε αποφασίσει ότι πρέπει; Πότε η φροντίδα μετατρέπεται σε έλεγχο; Ποιος έχει το δικαίωμα να ορίσει τα όρια της επιθυμίας ενός άλλου ανθρώπου; Και τελικά, μήπως η κοινωνία αποδέχεται τη διαφορετικότητα μόνο όσο αυτή παραμένει ακίνδυνη, αόρατη και βολικά περιορισμένη;
Ο συγγραφέας, μας τοποθετεί απέναντι σε μια σειρά από ηθικά διλήμματα, αναγκάζοντάς μας να αναμετρηθούμε με τις δικές μας προκαταλήψεις. Το έργο διαθέτει αιχμηρότητα, σκοτεινό χιούμορ και μια σχεδόν αφοπλιστική ωμότητα, χωρίς να χάνει την ανθρώπινη ευαισθησία του. Οι κοινωνικές συνθήκες μπορεί να έχουν μεταβληθεί, οι λέξεις της αποδοχής να έχουν γίνει πιο οικείες, όμως η ουσιαστική αποδοχή εξακολουθεί να δοκιμάζεται όταν ο άλλος δεν χωράει στα δικά μας μέτρα.
Η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, γνωστή απο τις σειρές "Σασμός" και "Κάμπινγκ" είναι Συγκλονιστική. Στον καλύτερο ρόλο της καριέρας της. Με μια ερμηνεία γεμάτη συναισθηματική ειλικρίνεια, καταφέρνει να μας εισαγάγει στο σύμπαν της Ντόρας χωρίς να την αντιμετωπίζει ως ένα περιστατικό προς παρατήρηση. Δημιουργεί έναν χαρακτήρα με αφοπλιστική αμεσότητα, ευαλωτότητα, περιέργεια και βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για ζωή. Η Ντόρα της, δεν ζητά τον οίκτο μας. Ζητά χώρο. Ζητά να υπάρξει. Να επιθυμήσει, να δοκιμάσει, να αγαπήσει, να κάνει λάθη, να ανακαλύψει το σώμα και την ταυτότητά της. Η ηθοποιός κατορθώνει να μεταφέρει αυτή την εσωτερική διαδρομή με μια συγκινησιακή αλήθεια που σε καθηλώνει. Δεν παρακολουθείς απλώς την ερμηνεία της, αισθάνεσαι ότι για λίγο κατοικείς στον κόσμο της ηρωίδας της.
Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη προσδίδει ουσιαστικό βάθος στη σύνθετη θέση της μητέρας, μιας γυναίκας που βρίσκεται ανάμεσα στην αγάπη, στην προστατευτική αγωνία και στην αδυναμία να αποδεχτεί πλήρως την αυτονομία της κόρης της. Κομβική και άκρως δυνατή η στιγμή στο έργο που βλέπουμε τη μητερα να "ζηλεύει" τη κόρη της γιατί έχει πιο γεμάτη ζωή τώρα που απελευθερώθηκε από τα φάρμακα από την ίδια.
Ο Μιχάλης Πανάδης συμβάλλει με μια παρουσία που φωτίζει τις αντιφάσεις και τις εντάσεις του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος.
Ο Κώστας Ανταλόπουλος υπηρετεί με συνέπεια τις δραματουργικές αποχρώσεις του ρόλου του, ενώ ο Αλέξανδρος Ζουριδάκης προσθέτει μια ακόμη διάσταση στο σύνολο των σχέσεων που αναπτύσσονται επί σκηνής. Η Γιάννα Σταυράκη διαθέτει τη σκηνική παρουσία που απαιτεί η θέση της μέσα σε αυτό το πολυεπίπεδο σύμπαν, ενώ ο Γιώργος Στάμος συμπληρώνει με ουσιαστικό τρόπο το ερμηνευτικό σύνολο.
Οι ηθοποιοί λειτουργούν ως ένα σύνολο διαφορετικών στάσεων απέναντι στη Ντόρα, δημιουργώντας έναν καθρέφτη των κοινωνικών μας αντιφάσεων.
Σκηνοθετικά, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης μαζί με την πολύτιμη βοήθεια του Πάνου Αποστολόπουλου, προσεγγίζει το έργο με ανθρωποκεντρική ματιά και σκηνική ακρίβεια. Δεν επιχειρεί να επιβάλει μια εύκολη συναισθηματική ανάγνωση ούτε να υποδείξει στον θεατή τι πρέπει να αισθανθεί. Αφήνει τα πρόσωπα να αποκαλύψουν τις ρωγμές τους και τις αντιφάσεις τους, δημιουργώντας μια σκηνική συνθήκη που διατηρεί την ένταση του έργου. Η σκηνοθετική του προσέγγιση αναδεικνύει το ουσιαστικό ερώτημα: μήπως τελικά το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στη διαφορετικότητα της Ντόρας όσο στην αδυναμία των γύρω της να τη διαχειριστούν;
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Κωνσταντίνο Σκουρλέτη για τον σκηνικό χώρο, ο οποίος απομακρύνεται από τη συμβατική αναπαράσταση και δημιουργεί ένα περιβάλλον με έντονη αισθητική ταυτότητα. Η Μαγδαληνή Αυγερινού, με τα κοστούμια της, συμβάλλει στη διαμόρφωση της οπτικής φυσιογνωμίας των χαρακτήρων, ενώ η μουσική της Ιόλης Σιφονιού λειτουργεί ως ένας ακόμη συναισθηματικός υπόγειος άξονας της παράστασης. Η Άννα Μάγκου, στην κινησιολογική επιμέλεια, προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο έκφρασης στο σκηνικό σώμα, ενώ ο Αποστόλης Κουτσιανικούλης, με τον σχεδιασμό των φωτισμών, διαμορφώνει ατμόσφαιρες και εντάσεις που υποστηρίζουν τη δραματουργική εξέλιξη.
Η διάρκεια του έργου είναι περίπου δύο ώρες, χωρίς διάλειμμα, επιτρέποντας στον θεατή να παραμείνει μέσα στον κόσμο της Ντόρας χωρίς εξωτερική διακοπή.
"Γιατί η Ντόρα δεν χρειάζεται έναν κόσμο που να την ανέχεται. Χρειάζεται έναν κόσμο που να της επιτρέπει να ζήσει."
Και αυτή είναι, τελικά, η μεγαλύτερη δύναμη της παράστασης: δεν μας ζητά απλώς να κατανοήσουμε τη διαφορετικότητα. Μας καλεί να αναρωτηθούμε αν είμαστε πραγματικά έτοιμοι να τη συναντήσουμε.Μια παράσταση γροθιά στο στομάχι, που δεν εξαντλείται στην αυλαία. Σε ακολουθεί και μετά. Και αυτό, για μένα, είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά γνωρίσματα του καλού θεάτρου.
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/oi-seksoualikes-neuroseis-ton-gonion-mas/

