Συνέντευξη της Άσπας Τομπούλη στο θεατρο.gr
Συνέντευξη της Άσπας Τομπούλη στο θεατρο.gr
Έχετε κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Royal Holloway και στο Goldsmiths’ College απ’ όπου και πήρατε το διδακτορικό σας δίπλωμα (2005). Τι αποκομίσατε από αυτή την ακαδημαϊκή σας δραστηριότητα;
Προσωπικά ήμουνα τυχερή γιατί την εποχή που έκανα τα μεταπτυχιακά μου και στα δύο αυτά τμήματα -που ήταν πρακτικής κατεύθυνσης- δίδασκαν πολύ σημαντικοί δάσκαλοι και καλλιτέχνες. Ακόμα πιο σημαντικό ήταν το να βρίσκεσαι σε μία πόλη όπως το Λονδίνο με τη μεγάλη θεατρική παράδοση. Εκείνη την εποχή τουλάχιστον γίνονταν σημαντικές παραστάσεις αλλά και γενικά κάθε είδους καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Πάντως, οι σπουδές δεν σε κάνουν σκηνοθέτη ή καλλιτέχνη γενικότερα. Απλά σου δίνουν κάποιες απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες που είναι χρήσιμες για την μετέπειτα εξέλιξή σου εφόσον υπάρχει ικανότητα, φαντασία, επιμονή και η διάθεση να εξελιχθείς και να μην μένεις στα ίδια.

Θα μας πείτε λίγα λόγια για την θεατρική εταιρεία «Όψεις» που τρέχετε από το 1994;
Οι Όψεις συμπληρώνουν φέτος 30 χρόνια ζωής (έχουμε γενέθλια!) και μπορώ να πω ότι είμαι υπερήφανη για την διαρκή παρουσία τους στα Αθηναϊκά θεατρικά δρώμενα, για το πρωτοποριακό σύγχρονο ρεπερτόριο και για τους νέους συγγραφείς (Έλληνες και ξένους) που πρωτοπαρουσιάσαμε και συνεχίζουμε να παρουσιάζουμε, για τους σημαντικούς καλλιτέχνες που συνεργάστηκαν μαζί μας τους οποίους και ευχαριστώ.
Καθώς έχω ιδιαίτερη αγάπη για την αφήγηση, τα τελευταία ιδιαίτερα χρόνια, ασχολούμαι και με λογοτεχνικά και αφηγηματικά κείμενα όπου σημαντικό ρόλο στη σκηνική αφήγηση και δράση παίζουν τα video και τα visuals γενικότερα αλλά και ο ήχος, όπως έγινε με το «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη» του Λωράν Μωβινιέ, το «Ηρεμιστικό» του Σάμιουελ Μπέκετ, τη «Γυάλα» της Τζένης Δάγλα και με άλλες σκηνοθεσίες μου. Πάντως, είμαι γενικά εξωστρεφής, ποτέ δεν έβλεπα τη δική μου εταιρεία ως μοναδικό χώρο δημιουργίας, γι’ αυτό έχω συνεργαστεί ως σκηνοθέτης και με θιάσους του Ελεύθερου θεάτρου, με το Εθνικό Θέατρο, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κ.λπ. Μου αρέσει η ανταλλαγή εμπειριών και το να συναντώ διαφορετικούς ανθρώπους και διαφορετικές σκηνές.

Ένα ακόμα κείμενο του Γιάννη Ρίτσου από την Τέταρτη Διάσταση παρουσιάζουν οι Όψεις μετά την Ισμήνη (2010 και 2012). Φέτος, σκηνοθετείτε την το έργο του Γιάννη Ρίτσου «Περσεφόνη» στο θέατρο Φούρνος. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το έργο; Ποιο είναι το κεντρικό θέμα, γιατί πρέπει κάποιος να το παρακολουθήσει, τι είναι αυτό που κάνει τον Ρίτσο επίκαιρο;
Κάποιος μπορεί να παρακολουθήσει την «Περσεφόνη» του Ρίτσου για τους ίδιους λόγους που θα παρακολουθήσει το οποιοδήποτε άλλο αξιόλογο έργο. Ειδικά ως προς την Περσεφόνη θα έλεγα ότι είναι ένα κείμενο ιδιαίτερα γοητευτικό, με ρευστές, εξαίσιες εικόνες. Είναι, συγχρόνως, ένα κείμενο αντισυμβατικό καθώς ανατρέπει τον μύθο και μας δείχνει μία τολμηρή, ανεξάρτητη ηρωίδα που κατεβαίνει στον Άδη με τη θέληση της, και όχι γιατί ο Πλούτωνας την άρπαξε βίαια και την κατέβασε στον κάτω κόσμο. Περιγράφει την κάθοδό της στον Άδη σαν ένα “εξαίσιο γλίστρημα”. Η ηρωίδα του Ρίτσου επιστρέφει, όπως κάθε χρόνο, στον πάνω κόσμο και την βλέπουμε στο πατρικό της σπίτι να αναπολεί αυτά που συνέβησαν τότε. Είναι μια “ταξιδιώτισσα”όπως την αποκαλεί ο Ρίτσος (Άντρια Ράπτη), ένα πρόσωπο που μετεωρίζεται ανάμεσα στον πάνω και στον κάτω κόσμο και αυτό της δίνει την εμπειρία και την γνώση να κρίνει και να σκέφτεται ελεύθερα πάνω γεγονότα που διαμόρφωσαν τη ζωή της. Είναι μια γυναίκα απελευθερωμένη από τις συμβάσεις. Και ο Ρίτσος εδώ, είναι κάτι περισσότερο από επίκαιρος, είναι διαχρονικός καθώς μας λέει ότι η εκπλήρωση των επιθυμιών μας είναι πράξη απελευθερωτική που καταξιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση ή δυσκολία που συναντήσατε κατά τη διάρκεια της δραματουργικής επεξεργασίας της Περσεφόνης; Εκτός από την σκηνοθεσία και την δραματουργική επεξεργασία, έχετε επιμεληθεί και την κίνηση. Πείτε μας λίγα λόγια γι' αυτό.
Ο ίδιος ο μονόλογος του Ρίτσου, με οδήγησε στο να μοιράσω το κείμενο σε δύο ηθοποιούς. Και αυτό γιατί υπάρχουν κομμάτια που μιλούν με μεγάλη ζωντάνια για το πώς συνέβη η κάθοδος και πως ένοιωθε τότε ως έφηβη. Είναι σαν να μιλάει η Περσεφόνη στο τότε, ως νεαρό κορίτσι (Μιράντα Ζησιμοπούλου). Ταυτόχρονα, συνειδητοποίησα ότι το μοίρασμα αυτό θα δημιουργούσε μία εντελώς άλλη δυναμική πάνω στη σκηνή, όπως και συμβαίνει νομίζω. Η δραματουργική επεξεργασία, με δυο λόγια, είναι μέρος της σκηνοθετικής προσέγγισης. Το ίδιο συμβαίνει -ίσως και περισσότερο- με την κίνηση. Η Περσεφόνη μου είναι μία performance που μεταπλάθει τις εικόνες και τους συνειρμούς του κειμένου σε κίνηση. Τα σώματα των δύο ηθοποιών είναι έτσι χορογραφημένα που να βρίσκονται σε ένα συνεχή διάλογο ανάμεσά τους, ανάμεσα στα τρία -και μοναδικά- σκηνικά αντικείμενα αλλά και στον ίδιο το σκηνικό χώρο. Είναι μία χωροταξία των σωμάτων μέσα στον συγκεκριμένο χώρο. Νομίζω ότι και οι δύο ηθοποιοί ανταποκρίνονται σε αυτό με εξαιρετική ικανότητα και ευελιξία.

Θα θέλαμε να κλείσουμε με κάτι που θέλετε εσείς να πείτε για το Θεατρο.gr .
Πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια γίνονται πολύ καλές παραστάσεις στην Αθήνα. Θα ήθελα να δω να αναπτύσσεται παράλληλα και ένας δημιουργικός κριτικός λόγος γύρω από τις παραστάσεις, έτσι ώστε να γίνεται και πιο παραγωγική η δουλειά μας. Είναι σημαντικό οι παραστάσεις να “διαβάζονται” δημιουργικά και να κρίνονται (θετικά ή αρνητικά) με εποικοδομητική διάθεση.

Πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ.

