Συνέντευξη με την Νίκη Παπαγεωργίου με αφορμή την παράσταση ΜΕ ΕΛΕΓΑΝ ΝΤΕΛΙΜΑΡΙΚΑ που ανεβαίνει στο ΘΕΑΤΡΟ 104
1. Πώς προσεγγίσατε τη σκηνοθεσία αυτού του έργου και ποια ήταν η πιο σημαντική πρόκληση που αντιμετωπίσατε;
Η Μαρίκα Νίνου ήταν μια «λαϊκά» προσφιλής, πρόσχαρη και καταδεκτική γυναίκα. Η προσωπικότητά της ήταν αυτή που καθοδήγησε και τη σκηνοθεσία. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα ο θεατής να μπορέσει να μπει στην κάμαρά της, να μοιραστεί τις αναμνήσεις της, να μυρίσει τον βασιλικό στο τραπέζι της και τις λεμονιές στην αυλή της, να σκαρφαλώσει μαζί της τις μάντρες απ’ όπου το έσκαγε μικρό κοριτσάκι για να ακούσει τις μουσικές που συνέπαιρναν την ψυχή της και να τραγουδήσει μαζί της όλα αυτά τα τραγούδια που την καθιέρωσαν ως μεγάλη «ντίβα» του ελληνικού τραγουδιού. Η Μαρίκα όμως δεν ήταν ντίβα, δεν έγινε ποτέ ντίβα και αυτό ήταν και η πιο σημαντική πρόκληση. Παρέμεινε εκείνο το αγνό και παιχνιδιάρικο κορίτσι που επικοινωνούσε με το κοινό, χαιρετούσε και χτυπούσε παλαμάκια. Αυτό εξυπηρετήθηκε άρτια από το λαϊκό πάλκο που στήθηκε επί σκηνής, το δεύτερο σπίτι της. Η «Μαρίκα» ανέβαινε στο πάλκο με την ίδια άνεση που καθόταν στη σάλα του σπιτιού της. Πάντα με τον ίδιο αυθορμητισμό, με την ίδια παιδικότητα χωρίς καμία επιτήδευση. Η μουσική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρόζα. Καμία επιλογή μουσικής δεν ήταν τυχαία. «Γεννήθηκε για να πονά», αυτό μας δήλωσε με την είσοδό της στην σκηνή, αναγνωρίστηκε με τη «συννεφιασμένη Κυριακή» στο σπίτι του Μποδοσάκη, ματαιώθηκε στον έρωτα με το «τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα» και μας έδωσε υπόσχεση ότι θα μας συντροφεύει στα μετέπειτα μουσικά μας ταξίδια με το «πάλι θα σμίξουμε». Η μουσική επιλογή «Τα καβουράκια» μετά την βίαιη είσοδο της ασθένειά της δεν ήταν καθόλου τυχαία. Ένα τόσο εύθυμο τραγούδι σε μια τόσο άσχημη συγκυρία δηλώνει ακριβώς το μεγαλείο της «έξω καρδιάς» ψυχής που διέθετε η Μαρίκα απέναντι σε οποιαδήποτε αντιξοότητα.
2. Ποια ήταν η διαδικασία συνεργασίας με τη Δήμητρα Σκλάβου κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του έργου;
Με τη Δήμητρα γνωριζόμαστε πολλά, πολλά χρόνια και έχουμε δοκιμαστεί μαζί και καλλιτεχνικά και προσωπικά. Αυτό έχει και την καλή και την κακή του πλευρά. Όταν δουλεύεις με μια φίλη είναι σαν να είσαι στο «σπίτι σου», έχεις κοινούς κώδικες, κοινές προσλαμβάνουσες. Ταυτόχρονα όμως, έπρεπε ο καθένας να επιτελέσει το ρόλο του ανεπηρέαστα από τη φιλική μας σχέση, να βρούμε κοινό καλλιτεχνικό τόπο. Η Δήμητρα τρέφει μια μεγάλη αγάπη στο ρεμπέτικο και στην Μαρίκα Νίνου ξεχωριστά, εγώ πάλι για την Μαρίκα Νίνου δεν ήξερα και τόσα πολλά πράγματα. Όταν ανέλαβα τη σκηνοθεσία για το «Λιπάσματα- Φεστιβάλ στη θάλασσα» η Δήμητρα και οι μουσικοί μας είχαν ήδη ολοκληρώσει την έρευνα τους, λόγω ότι η παράσταση παιζόταν ήδη πιο πριν στο θέατρο 2510. Συζητήσαμε εκ νέου πάνω στη ζωή και το έργο της, έκανα και εγώ ξεχωριστά τη δική μου έρευνα. Κι έτσι γεννήθηκε ξανά η δική μας Μαρίκα, μέσα από βραδινά κρασάκια, μουσικές αναπολήσεις, ατελείωτες συζητήσεις και εκδρομές στο Κιάτο όπου διαμένουν ο Σπύρος, ο Βαγγέλης και η Σταματίνα. Αβίαστα και με τον ίδιο στόχο. Να ειπωθεί η ιστορία της Μαρίκας Νίνου ως άνθρωπος και ως διαχρονική μουσική οντότητα.
3. Πώς μεταφέρατε το κείμενο και τις ιδέες της συγγραφέως στην σκηνή με τη βοήθεια των ηθοποιών;
Με εικόνες, με στιγμιότυπα «φωτογραφικά» αυτής της πολύπλευρης προσωπικότητας. Εκλάμψεις στιγμιαίες από την πρώτη της είσοδο ως μωρό στον Πειραιά, από τα μπουλούκια, από τον πόλεμο, από τους γάμους της, από τα ακροβατικά νούμερα και τέλος από το πάλκο. Η Δήμητρα, που ανέλαβε το κομμάτι της πρόζας έπρεπε να προσεγγίσει όσο γίνεται την αύρα της, τόσο ερμηνευτικά όσο και κινησιολογικά. Η Σταματίνα μας, η τραγουδίστρια, όσο και ο Σπύρος, ο Γιάννης και ο Βαγγέλης, οι μουσικοί μας, δεν είναι ηθοποιοί, ωστόσο πήραν στις πλάτες τους ένα μικρό κομμάτι της πρόζας και το υποστήριξαν έχοντας μουσικές εικόνες από το παζλ μεγάλων προσωπικοτήτων του ρεμπέτικου τραγουδιού και έδωσαν σάρκα και οστά στον Τσιτσάνη, στον Μητσάκη, στον Χιώτη. Εικόνες «χυμένες» παντού πάνω στη σκηνή, φωτογραφίες, τηλεγραφήματα, παπούτσια, γούνες, κοσμήματα που μόλις γίνονταν σκηνικά αντικείμενα στα χέρια της ηθοποιού εξιστορούσαν το καθένα ξεχωριστά διαφορετικά κομμάτια της ίδιας ιστορίας. Στην τελευταία της έξοδο από την σκηνή, με έναν υπαινικτικό μακρόσυρτο χορό, χαιρετίζει το κοινό, το σπίτι της και τους μουσικούς της. Οι μουσικοί όμως παραμένουν στη σκηνή, συνεχίζουν να παίζουν μέχρι της στιγμή της υπόκλισης. Έτσι η Μαρίκα Νίνου ως ανθρώπινη υπόσταση αφήνει τη σκηνή αλλά το αποτύπωμά της μουσικά θα παραμείνει αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο και θα ανακαλείται στις μνήμες μας μέσα από κάποιο μουσικό σχήμα, σα το δικό μας.
4. Ποιες είναι οι βασικές σκηνοθετικές επιλογές που κάνατε για να υπογραμμιστούν τα μηνύματα του έργου;
Ως πολιτικό όν, πράγμα το οποίο το φέρω -ή προσπαθώ τουλάχιστον- και στη δουλειά μου θέλησα πρώτα απ’ όλα να αναδείξω τον δυναμισμό της Μαρίκας Νίνου με «πολιτικούς όρους». Και θα εξηγήσω αμέσως τι εννοώ. Διαβάζοντας για πρώτη φορά το κείμενο της Δήμητρας και γνωρίζοντας όπως σας είπα λίγα πράγματα για την Μαρίκα Νίνου, θαύμασα απεριόριστα το ότι σε μια τότε ανδροκρατούμενη κοινωνία, εντός και εκτός πάλκου, η Μαρίκα δε δίστασε να κυνηγήσει το όνειρό της διαγράφοντας μόνη της τη καλλιτεχνική της πορεία. Στη προσωπική της ζωή δε δίστασε να αφήσει ένα έτοιμο σπιτικό, και μάλιστα δις, γιατί κατάλαβε ότι κορόιδευε τον εαυτό της με το να συνεχίζει να ζει μια ζωή χωρίς έρωτα. Η Μαρίκα Νίνου ήταν προσφυγοπούλα που έπρεπε πρώτα να φροντίσει την επιβίωσή της, ήταν γυναίκα, ήταν τραγουδίστρια, ήταν μάνα με διακριτούς όλους τους ρόλους στη ζωή της. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν μια γυναίκα πολύ μπροστά από την εποχή της που διεκδίκησε σθεναρά την ευτυχία τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική ζωή της. Αυτό λοιπόν, για μένα, το να υπογραμμιστεί υποκριτικά και σκηνοθετικά αυτή η έντονη «φεμινιστική» της πλευρά αποτέλεσε και τη δική μου «δικαιολογία» για τη σύνδεση του έργου με το τώρα, με το σήμερα. Η Μαρίκα διεκδίκησε τη θέση της στο καλλιτεχνικό στερέωμα, διεκδίκησε ένα καλύτερο μεροκάματο διεκδίκησε το να τη σέβονται και όχι να τη λυπούνται...Ενώ σε όλο το έργο διαφαινόταν ο «μπριόζος» και «ναζιάρικος» χαρακτήρας της, δε δίστασε να βγάλει «νυχάκια» για να περιχαρακώσει ότι της ανήκε. Σε αυτά τα σημεία, λοιπόν η Μαρίκα ήταν μια άλλη, σήκωνε ανάστημα και έπειτα ξαναγύριζε ήρεμα και γλυκά στην λαϊκή γνωστή Μαρίκα. Η δική μας Μαρίκα θέλει να δηλώσει σε όλους εσάς « ότι δεν είσαι δέντρο, αν δε σου αρέσει κάτι, μπορείς να μετακινηθείς». Με αυτήν τη υπογράμμιση και εμείς σαν ομάδα απευθυνόμαστε σε όλους τους ανθρώπους εκεί έξω,σε όλες τις γυναίκες εκεί έξω να πάρουν στα χέρια τους τη δική τους ζωή, να διεκδικήσουν, να πουν όχι σε κάτι που δυσαρεστεί ή πληγώνει , να παλέψουν για την ευτυχία τους ακόμη και αν δεν έχουν όλα τα εχέγγυα. Εν έτη 2025, με τόσο υψηλά ποσοστά γυναικοκτονιών σε όλο τον κόσμο και δη στην Ελλάδα, η διαχρονικότητα της ζωής της Μαρίκας που δεν έπαιξε με τους κανόνες της εποχής, δε συμβιβάστηκε, δε βολεύτηκε, είπε τα δικά της «όχι», αποτέλεσε για μένα μια κινητήρια δύναμη, θεατρικά και μη. Με τη βαλίτσα της στο χέρι – σήμα κατατεθέν της σκηνοθετικής μου ματιάς - ήταν πάντα έτοιμη να φύγει, από όλα όσα δεν την κάλυπταν, όλα όσα δε της έκαναν. Σαν προσφυγάκι ήρθε στη Ελλάδα και γι’ αυτήν μια βόλτα ήταν ολόκληρη η ζωή της, έτσι την έζησε.. απνευστί ως το τέλος της..
Πληροφορίες και Εισιτήρια παράστασης
https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/me-elegan-ntelimarika/

