Συνέντευξη του Γιώργου Προυσαλίδη με αφορμή την νεα του ποιητική συλλογή ''Τα Μολύβια Του Μέλλοντος'' που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άνω Τελεία
1. Στα «Μολύβια του μέλλοντος» το μέλλον δεν παρουσιάζεται ως κάτι δεδομένο, αλλά ως κάτι που γράφεται – και ξανασβήνεται. Πόσο αισιόδοξη ή πόσο ανήσυχη είναι τελικά η ματιά σας για το αύριο;
Απ: Το αύριο θεωρώ ότι θα είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα τόσο των συνειδητών ενεργειών των υποκειμένων της Ιστορίας, όσο και των υπολοίπων παραμέτρων της φυσικής εξέλιξης. Κάποιος που βλέπει με ψυχραιμία την ως τώρα εξελικτική μας πορεία, δεν μπορεί παρά να έχει μια «ιστορική» αισιοδοξία. Έτσι βλέπω λοιπόν το αύριο, χωρίς να σημαίνει πως η πορεία του είναι με κάποιον τρόπο «σιδερωμένη» από άκαμπτες νομοτέλειες. Όλα τα σενάρια είναι δυνατά, απλώς η ανθρώπινη συνειδητή δράση είναι καθοριστικό στοιχείο επίδρασης για ένα «ανώτερο» εξελικτικό στάδιο με περισσότερη συλλογικότητα και απομείωση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
2.Πιστεύετε ότι η πολιτική ποίηση σήμερα έχει ακόμη τη δύναμη να επηρεάσει τη συλλογική συνείδηση ή λειτουργεί περισσότερο ως πράξη μνήμης και αντίστασης απέναντι στη λήθη;
Απ: Η ποίηση ως μέσο έκφρασης περιγράφει, εμπνέει, συγκινεί και αγγίζει τους ανθρώπους, προσφέροντας αλληλεπίδραση κι επικοινωνία μεταξύ τους, συμβάλλοντας παράλληλα στην ευαισθητοποίηση και τον εξανθρωπισμό τους. Αποτελεί λοιπόν μια ακόμη βαθιά πολιτική πράξη. Ως πολιτική χαρακτηρίζεται η ποίηση που τοποθετείται πιο θαρρετά στο πολιτικό γίγνεσθαι, επιδιώκοντας μέσα από τη διατήρηση της μνήμης να φωτίσει ένα πολιτικό πρόταγμα που να επιδρά πιο δραστικά στη μορφοποίηση της συλλογικής συνείδησης.
3. Το μολύβι, ως σύμβολο, επιτρέπει τη διόρθωση, το λάθος, την επανεκκίνηση. Πιστεύετε ότι αυτή η δυνατότητα ισχύει το ίδιο και για την κοινωνία, όπως για την ποίηση;
Απ: Το μολύβι είναι το πιο λαϊκό μέσο γραφής, προσιτό σε κάθε έναν που θέλει να εκφραστεί πέρα από την κοινωνική του θέση. Το κάθε μολύβι «γράφει» ελεύθερα κι ανεπιτήδευτα σε όλες τις θέσεις, αψηφώντας ακόμη και τον νόμο της βαρύτητας. «Γράφει» ως σύμβολο, με όποια μορφή κι αν το φανταστούμε, ακόμη κι αν είναι μια πέτρα αιχμηρή ή ένα κομμάτι κάρβουνο. Μπορούμε λοιπόν συμβολικά να περιγράψουμε, να ταυτίσουμε τους γραφείς με τα μολύβια τους. Αυτοί «γράφουν» πώς να ζωγραφίζουμε το αύριο, κι η ζωή διαμορφώνει στη συνείδησή τους τις γόμες που «διορθώνουν» για να προχωράμε μπροστά.
4. Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε ένα ποίημα της συλλογής που σας εκφράζει σήμερα περισσότερο απ’ ό,τι όταν γράφτηκε, ποιο θα ήταν και γιατί;
Απ: Δύσκολο να κληθείς να ξεχωρίσεις το ένα από το όλον, καθώς αποτελεί μια ψηφίδα από τη μεγάλη εικόνα. Η ερώτηση με προκαλεί, μου δημιουργεί «απορίες». Όλη η σκέψη μου ξεχειλίζει από απορίες, γι’ αυτό ίσως αυτές επιλέγω ‒ τις απορίες που, αν και διαχρονικές, διατηρούν σε κάθε «σήμερα» την επίκαιρη όψη τους.
5.Υπάρχει στο βιβλίο μια έντονη αίσθηση προσμονής, αλλά και ματαίωσης. Θεωρείτε ότι αυτή η ένταση προκύπτει περισσότερο από τη συλλογική εμπειρία της εποχής ή από προσωπικές σας διαδρομές;
Απ: Η ζωή μας είναι πλημμυρισμένη κάθε στιγμή, σε κάθε της έκφανση, από μια όμορφη διαλεκτική σύνθεση με τα άνθη των προσδοκιών μας αλλά και τα ναρκοπέδια των βιωμένων ματαιώσεων. Πιο όμορφη και επιθυμητή βέβαια είναι η θετική -υπέρ των επιβεβαιώσεων- αναλογία. Τα δικά μου βιώματα, ως μια μικρή -πλην διακριτή- συνιστώσα του συλλογικού, πώς θα μπορούσαν να ακολουθήσουν μια διαφορετική διαδρομή; Σφιχταγκαλιασμένες με συνοδεύουν όλες οι προσδοκίες μου με τις επιβεβαιώσεις και τις ματαιώσεις τους, ως αφορμή για αναστοχασμό κι επανεξόρμηση.
6.Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα, τραγούδι και ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο.
Απ: Πώς να σταθώ σε αγαπημένα στιγμιότυπα από ένα συνεχόμενο διαρκές στη ζωή μας; Αδυνατίζει την ομορφιά τους ο διαχωρισμός. Η ασταμάτητη ροή εξαρτημένων από τα γεγονότα συναισθημάτων, σκέψεων και αποφάσεων πληρώνει με ευεργετική ομορφιά τον βίο μας στο σύνολό του, δυσκολεύοντας την κατάτμησή του σε στιγμές.
Τι να σας απαντήσω λοιπόν; Απλώς να σας πω τι τραγουδούσα πριν λίγο: το «Τι να πω» του Λοΐζου. Να σας πω πως θυμάμαι το ποίημα του Χικμέτ «Σαν τον Κερέμ» κάθε που διαβάζω για τα βάσανα των καθημερινών ανθρώπων στη μαρτυρική Παλαιστίνη, στο Ιράν, στην Ουκρανία, στα ναυάγια στο Αιγαίο ή στα Τέμπη ή στη Βιολάντα κλπ κλπ. Πριν λίγες μέρες μάλιστα, με τον αγώνα των αγροτών, ξαναείδα την εξαιρετική ταινία «Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Φορντ (1940). Κάθε στιγμή αναβλύζουν κι άλλα, τόσα πολλά.... Σαν το «Τίποτα δεν πάει χαμένο» των Λοΐζου-Ρασούλη, τον «Νοέμβρη» των Τσακνή-Μαχαιρίτσα, το «Χίλιες σιωπές» του Ζούδιαρη. Πώς να εξατομικεύσω δίχως να αδικήσω και να αδικηθώ; Θα ήθελα τέλος να σεργιανίσω τόσα και τόσα μέρη, να τα ζήσω, να τα αφουγκραστώ, που ουδόλως προλαβαίνω και δύναμαι. Ας παραμείνω λοιπόν στις μαγευτικές εικόνες της χειμερινής Σκιάθου!

