Συνέντευξη της Δέσποινας Σαραφείδου με αφορμή την παράσταση ''Τυφλή, τυφλή φοράδα, πού πας;'' που ανεβαίνει στο Θέατρο Φούρνος
Δέσποινα γεια σου. Ευχαριστούμε πολύ για τη τιμή που μας δίνεις την συνέντευξη αυτή.
Πριν μας μιλήσεις για τη νέα παράσταση που παίζεις, πες μας λίγα πράγματα για σένα. Πώς είναι η Δέσποινα στη ζωή της όταν δεν ασχολείται με την ηθοποιία;
Η ιδιαιτερότητα αυτής της τέχνης, της υποκριτικής, είναι ότι το ίδιο το σώμα και ο ψυχισμός του ηθοποιού είναι το όργανό του. Οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή του επηρεάζει την τέχνη του – όσο ζεις, βιώνοντας χαρές και λύπες, αλλάζει και το όργανο της τέχνης σου, οπότε μ’ αυτή την έννοια ο ηθοποιός δεν σταματάει ποτέ να ασχολείται με την ηθοποιία. Όταν, πάντως, δεν παίζω ή δεν κάνω πρόβα, τρελαίνομαι να διαβάζω –έχω αυτή τη νεύρωση, διαβάζω παντού και συνεχώς–, να ταξιδεύω, να κολυμπάω, να χορεύω, ευτυχώς οι υπέροχοι φίλοι μου είναι τρομεροί συμπαίκτες στο σπορ αυτό.
Θα θέλαμε πολύ να μάθουμε πότε και με ποιο ερέθισμα κατάλαβες ότι θέλεις να γίνεις ηθοποιός.
Ήμουν πολύ μικρή όταν ο πατέρας μου είπε πως «θα γίνω ηθοποιός». Δεν ξέρω κατά πόσο το κράτησα αυτό. Πάντως την απόφαση την πήρα παίζοντας στη θεατρική ομάδα του πανεπιστήμιου της Πάτρας, όταν σπούδαζα ιατρική. Άλλαξα κατεύθυνση, πήγα στη φιλοσοφική της Αθήνας και άρχισα να ψάχνομαι κάνοντας σεμινάρια προτού πάω στη δραματική. Το ερέθισμα ήταν το «πράγμα καθαυτό», η ελευθερία και η ευφορία που προσφέρει.
Σίγουρα η πιο σημαντική στιγμή της καριέρας σου είναι το Βραβείο Ερμηνείας «Κάρολος Κουν» το 2018. Πες μας, όμως, και για άλλες σημαντικές στιγμές στην καριέρα σου που σε σημάδεψαν ως ηθοποιό.
Είχα την τύχη να βραβευθώ κι άλλες φορές, σε διεθνή φεστιβάλ, πριν και μετά το Κάρολος Κουν, αλλά τα βραβεία είναι πολλές φορές και θέμα συγκυρίας. Ναι, το βραβείο Κουν ήταν τιμή και χαρά, για έναν λόγο παραπάνω, επειδή μου δόθηκε για έναν ρόλο και μια παράσταση που αγάπησα πολύ, τη Σάρρα στη Θυσία του Αβραάμ, σε σκηνοθεσία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη. Θέλω να πω, σημαντικές στιγμές είναι πάνω απ’ όλα οι συναντήσεις με «αξιοσημείωτους ανθρώπους», οι δουλειές που γεννιούνται με έρευνα και καρδιά, ή κάποτε προκύπτουν αιφνίδια. Να θυμηθώ πρόχειρα τον Μακμπέθ του Θ. Εσπίριτου, τον Πελοποννησιακό πόλεμο της Ρ. Πατεράκη, όπου βρέθηκα αλεξιπτωτίστρια δέκα μέρες πριν από την πρεμιέρα, την Αντιγόνη, μια περφόρμανς στην Αγρυπνία του Κ. Ντέλλα, τη Μήδεια της Σ. Διονυσοπούλου, τη Φιλική Εταιρεία της Ι. Ανδρεάδη, τον Lee Breuer με τις Χοηφόρες, τον Sergio Blanco, με τον μονόλογό του Kassandra που τον παίζω 15 χρόνια τώρα και τον πιο πρόσφατο, Τα άνθη του κακού. Για μένα, σημαντική είναι και τούτη η παράσταση, με τα κείμενα του Σ. Δημητρίου που ήθελα χρόνια να ασχοληθώ μαζί τους, στην οποία ευτύχησα να συνυπάρξω πάλι με τον Δαμιανό και με μια εξαιρετική ομάδα συνεργατών.
Στη νέα παράσταση «Τυφλή, τυφλή φοράδα, πού πας;», ποιος είναι ο στόχος της παράστασης;
Ποιος είναι άραγε ο στόχος μιας παράστασης; Ένα έργο τέχνης εκκινεί από μια βαθιά επιθυμία, ανάγκη ίσως πιο σωστά, να καταπιαστείς με «ό,τι σου πονεί, ό,τι σου δίνει ευχαρίστηση», που έλεγε ο Χαλεπάς. Δουλεύεις, δουλεύεις, αφαιρώντας το περιττό για να συνεχίσω τη μετωνυμία με τη γλυπτική, κρατώντας ό,τι σου φαίνεται κοντά στο κουκούτσι, προσδοκώντας αυτό που συγκινεί εσένα να αγγίξει και τον άλλον. Στόχος σου είναι να παραδώσεις μια παράσταση με όσο περισότερη αλήθεια και καθαρότητα γίνεται, ώστε να είναι πληρέστερη η συγκίνηση, η τέρψη του θεατή.
Πες μας πώς έχεις αφομοιώσει τα διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου που παρουσιάζονται στην παράσταση.
Να πω ότι απόταν τα πρωτοδιάβασα, και έσπασε η καρδιά μου, τα ένιωσα αμέσως πολύ οικεία, δικά μου. Στις πρόβες αφέθηκα να με ερεθίσουν, να με κινήσουν, να μετασχηματίσουν το σώμα και τη φωνή μου. Η αναλυτική δουλειά της εμβάθυνσης διευκόλυνε κι άλλο αυτή την ενσωμάτωση. Ταυτόχρονα, για τη χαμαλοδουλειά της απομνημόνευσης, τα είπα και τα ξαναείπα, περπατώντας κυρίως, κάνοντας άλλα άσχετα πράγματα. Δεν παύουν να με εκπλήσσουν και τώρα, που τα μιλώ στις παραστάσεις και τα γεύομαι σαν βότσαλα και σαν εύχυμους καρπούς.
Τι μηνύματα θέλετε να περάσετε στους θεατές;
Δεν πιστεύω σε ένα θέατρο-μήνυμα, που περιορίζεται σε συνθήματα, καταγγελίες ή προτροπές. Από την άλλη, σε εποχές αμείλικτου καπιταλισμού, εκφασισμού, ρατσισμού, όπου οι ανθρώπινοι δεσμοί μας αποδυναμώνονται οδεύοντας προς τον ατομισμό, επείγει να κοιτάξουμε κατάματα τον τρόμο μας απέναντι στη ζωή, να αντιμετωπίσουμε τις πληγές μας, τις ασχήμιες μας, και συγχρόνως να θυμηθούμε ό,τι μας παρηγορεί – μια βαθύτερη σύνδεση με τον εαυτό μας, μια επαφή με τον ομοιοπαθή πλησίον, με τη φύση. Θα θέλαμε λοιπόν οι θεατές μας, βλέποντας την αντανάκλασή τους στους ήρωες του Σωτήρη Δημητρίου, να νιώσουν την αύρα της τρυφερότητάς του, να οδηγηθούν σε ένα βλέμμα κατανόησης και συμπόνοιας προς όλα τα ανθρώπινα.
Κάτι τελευταίο. Υπάρχει σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την Τέχνη; Και πώς, αλήθεια, επηρεάζεται η μία από την άλλη;
Φυσικά και υπάρχει, και είναι αρκετά περίπλοκη για να αναπτυχθεί με συντομία εδώ. Ας πω ωστόσο δυο τρεις σκέψεις. Η πολιτική ως σύστημα θεσμών μπορεί να φιμώσει, ή να στηρίξει την Τέχνη, να την εμπνεύσει κ.ά. πολλά. Όχι μόνο ως πολίτευμα, αλλά και ως σύστημα προβολής αξιών και τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουν οι πολίτες σε μια κοινωνία. Η τέχνη εκφράζει αναπόφευκτα το χώρο και το χρόνο αυτής της συνθήκης. Ιδίως το θέατρο, από τη φύση του αποτελεί έναν καθρέφτη της κοινωνίας και του καιρού του.
Όσο για την επίδραση της τέχνης στην πολιτική, νομίζω έχει παρέλθει ο χρόνος που οι Αθηναίοι τόσο λυπήθηκαν ενθυμούμενοι τα «οικήια κακά» που τιμώρησαν τον Φρύνιχο με πρόστιμο 1.000 δραχμών. Εννοώ πως η τέχνη δεν φαίνεται να έχει πια αυτή την άμεση και ισχυρή επίδραση στο κοινωνικό σύνολο. Το θέατρο ειδικά ίσως κρατάει ακόμα κάτι από τη γέννησή του, δηλαδή τον τελετουργικό του χαρακτήρα. Καθώς συνιστά βίωμα συλλογικό, το γεγονός της συνάντησης του θεατή με τον ηθοποιό (και όλους τους συντελεστές της παράστασης) εξακολουθεί ίσως να έχει τη δύναμη να «καθάρει», να κινητοποιήσει, να ευαισθητοποιήσει το κοινό. Ελπίζω, τουλάχιστον.
Πληροφορίες και εισιτήρια παράστασης: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/tyfli-tyfli-forada-pou-pas/

