Συνέντευξη «Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ» του ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ (Αφροδίτη Βραχοπούλου, Δανάη Γοργομύτη, Βίκυ Λέκκα, Άννα Λιανοπούλου)
Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο.
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Ο Ναυτικός του Πεσσόα είναι, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, ένα στατικό δραμα. Τρεις γυναίκες αγρυπνούν δίπλα σε μια νεκρή γυναίκα και μέσα μέσα απο τα λόγια τους γεννιέται η ιστορία ενός Ναυτικού που έχοντας ναυαγήσει σε ένα έρημο νησί, επινοεί μια φανταστική πατρίδα για να αντέξει. Στη δική μας ανάγνωση, οι τρεις γυναίκες αποτελούν διαφορετικές όψεις ενός νου, ενώ η γυναίκα είναι το σώμα που τις βιώνει και παλεύει μαζί τους. Για εμάς τίποτα δεν είναι ακίνητο, το έργο παρακολουθεί τη συνεχή κίνηση της σκέψης, τη φθορά και την αντίσταση ενός ανθρώπου που προσπαθεί να παραμείνει ζωντανός μέσα σε αυτό που συμβαίνει μέσα του.
Δανάη Γοργομύτη: Το έργο που παρουσιάζουμε είναι μια έκκληση στο κοινωνικό ασυνείδητο. Ο Φερνάντο Πεσσόα γράφει αυτό το έργο μέσα σε ένα βράδυ, λέγεται πως οι τρεις αγρυπνούσες του είναι τα τρία στάδια της συνείδησης ενός συγγραφέα, και για να είμαστε πιο ακριβείς, του συγκεκριμένου συγγραφέα. Ο Πεσσόα, δεν γράφει για τον κόσμο , κάνει τη δική του προσωπική κατάθεση. Εμείς, όμως , κάνουμε τέχνη για τον κόσμο , έτσι μοναδικός τρόπος για να αντιμετωπίσουμε το συγκεκριμένο κείμενο και να το κάνουμε κοινωνικό ήταν να εστιάσουμε στο ειδικό του συγγραφέα, να το "μεταφράσουμε" μεταμορφώνοντας το και να αντλήσουμε το γενικό μέσα από αυτό. Συνεπώς, αν μπορούσα να πω δυο λόγια για την παράσταση είναι πως πρόκειται για μια βόλτα στους σκοτεινούς λαβύρινθους της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης .
Βίκυ Λέκκα: Ο «Ναυτικός» είναι ένα έργο ποιητικό και πολύ ζωντανό. Ξεκινά από μια αγρύπνια, στην πραγματικότητα όμως συνομιλεί βαθιά με το όνειρο, τη μνήμη, τον φόβο και με το πως ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί μέσα στον ίδιο του το νου. Αυτό που μου αρέσει πιο πολύ είναι πως, ενώ μοιάζει στατικό, όλα κινούνται διαρκώς.
Άννα Λιανοπούλου: Ο Ναυτικός» του Φερνάντο Πεσσόα είναι ένα έργο βαθιά ποιητικό, υπαρξιακό και εσωτερικό. Τρεις γυναίκες αγρυπνούν δίπλα στο σώμα ενός νεκρού κοριτσιού και, μέσα από τις αφηγήσεις, τις σιωπές και το όνειρο, ξεδιπλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στη μνήμη και στη λήθη, στην πραγματικότητα και στη φαντασία. Είναι ένα έργο όπου η εξωτερική ακινησία κρύβει τεράστια εσωτερική ένταση και όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τον φόβο, τη μοναξιά, τη ματαίωση και την ανάγκη να κατασκευάσει νόημα για να μπορέσει να αντέξει την ύπαρξη.

Ποιος είναι ο ρόλος σας;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Ο Πεσσόα εδώ δεν έχει γράψει ρόλους. Αν και στο έργο ξεχωρίζει τις τρεις αυτές γυναίκες ως τρεις αγρυπνουσες, δεν αποτελούν χαρακτήρες με ψυχολογική συνέχεια. Εγώ κρατώ τη δεύτερη. Θα έλεγα πως είμαστε τρεις υποστάσεις, τρεις διαφορετικές ποιότητες ενός κοινού νου. Μέσα από τη δική μου γεννιέται και η ιστορία του Ναυτικού, σε μια συνείδηση που ταλαντεύεται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, στην ανάγκη να ξεφύγει από την σκληρή και τραυματική πραγματικότητα.
Δανάη Γοργομύτη: Η παράσταση προσπαθεί μέσα από τις εικόνες και τα σύμβολα να κινητοποιήσει κάτι μέσα μας. Αυτό αφορά τόσο τους θεατές , όσο και εμάς τους ίδιους που μέσα από τη διαδικασία της μελέτης και της δημιουργίας, μας βοήθησε να βγάλουμε συμπεράσματα. Άλλωστε αυτό που λένε "αν δεν το δεις εσύ δε θα το δει ούτε το κοινό" ισχύει σε όλα . Μιλάμε για μια διαδικασία σκληρής δουλειάς, οπότε, νιώθω πολύ κρίμα να προδώσω το οτιδήποτε. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι ο Φερνάντο Πεσσόα έγραψε ένα έργο για τρεις αγρυπνούσες που θρηνούν πάνω από το νεκρό σώμα ενός κοριτσιού. Εγώ, λοιπόν, είμαι η πρώτη από τις τρεις αγρυπνούσες, τα λοιπά συμπεράσματα τα αφήνω σε 'σας.
Βίκυ Λέκκα: Ο ρόλος μου είναι η Τρίτη Αγρυπνούσα. Για μένα είναι περισσότερο μια κατάσταση του νου, μια μορφή σε εγρήγορση, που σταδιακά οδηγείται σε όλο και μεγαλύτερη αμφιβολία για τα πάντα, ακόμη και για την ίδια της την ύπαρξη.
Άννα Λιανοπούλου: Υποδύομαι τη νεκρή γυναίκα, το νεκρό κορίτσι που βρίσκεται στο κέντρο του έργου, παρότι δεν συμμετέχει με λόγο με τον τρόπο που συμμετέχουν οι υπόλοιπες μορφές. Είναι μια παρουσία σιωπηλή, αλλά απολύτως καθοριστική, γιατί γύρω από αυτήν οργανώνεται όλη η ατμόσφαιρα, όλη η μνήμη, όλη η υπαρξιακή ταραχή του έργου. Για μένα, αυτός ο ρόλος δεν είναι απλώς μια εικόνα απώλειας· είναι μια μορφή-σύμβολο, ένα σώμα που κουβαλά τη σιωπή, το τέλος, αλλά και όλα όσα δεν λέγονται. Είναι σαν να βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο πραγματικό και στο ονειρικό, ανάμεσα στην απουσία και σε μια πολύ ισχυρή, σχεδόν αόρατη παρουσία.
Στο έργο, η ακινησία είναι φαινομενική αλλά εσωτερικά υπάρχει έντονη δράση. Πώς μεταφράζεται αυτή η «εσωτερική καταιγίδα» στο σώμα και στη φωνή σας πάνω στη σκηνή.
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Παρότι το έργο χαρακτηρίζεται «στατικό δράμα», στην παράσταση μας τίποτα δεν μένει ακίνητο. Η σκηνοθέτης μας, Δανάη Κατσαμένη με τη συνδρομή της χορογράφου και συμπαίκτριας μας, Άννας Λιανοπούλου, επέλεξε να ντύσει την παράσταση με έντονη κινησιολογία, ρυθμικότητα και χορό. Η φωνή, με αυτή την επιλογή, αποκτά ένταση, βάθος και ακρίβεια αποσαφηνιζοντας καθαρά και τα μηνύματα του έργου. Έτσι, η εσωτερική καταιγίδα μεταφράζεται σε μια διαρκή κίνηση, άλλωστε οι σκέψεις δεν σταματούν ποτέ. Μεταβάλλονται, επιμένουν, επιστρέφουν. Η δράση εδώ δεν βρίσκεται σε μια εξωτερική πλοκή αλλά στη συνεχή μετατόπιση της εσωτερικής κατάστασης.
Δανάη Γοργομύτη: Νομίζω ότι η παράστασή μας υπηρετεί πιστά και με σεβασμό μια διαρκή κίνηση και μια συνεχόμενη εσωτερική και εξωτερική ροή. Τίποτα δεν είναι στατικό και όλα μεταβάλλονται. Το βασικότερο που καλούμαστε να κάνουμε ως ηθοποιοί ερμηνευτικά, είναι να τοποθετήσουμε μια αντίσταση στην καταιγιστική πλημμύρα που οδηγεί ο λόγος του κειμένου και αντίστοιχα μια αντίσταση στην σωματική στατικότητα που δημιουργεί η ατμόσφαιρα του κειμένου.
Βίκυ Λέκκα: Στη δική μας παράσταση, η ακινησία δεν είναι ποτέ πραγματική. Με τη σκηνοθεσία της Δανάης Κατσαμένη και την επιμέλεια κίνησης της Άννας Λιανοπούλου, υπάρχει μια πολύ πυκνή κίνηση ανάμεσα στις τρείς γυναίκες. Μαζί με την Αφροδίτη Βραχοπούλου και τη Δανάη Γοργομύτη, χτίζουμε διαρκώς σχέσεις, αποστάσεις, επανασυνδέσεις, σαν να αλλάζει συνεχώς ο εσωτερικός τους κόσμος. Αυτό περνά στο σώμα και στη φωνή. Με ενδιαφέρει κάθε λέξη να μη βγαίνει εύκολα, αλλά να κουβαλά κάτι πριν ειπωθεί.
Άννα Λιανοπούλου: Στον δικό μου ρόλο, αυτή η πρόκληση είναι ακόμη πιο ιδιαίτερη, γιατί η έκφραση δεν περνά πρωτίστως μέσα από τον λόγο, αλλά μέσα από την παρουσία του σώματος. Η ακινησία εδώ δεν είναι απουσία δράσης· αντίθετα, είναι μια πολύ πυκνή σκηνική κατάσταση. Το σώμα καλείται να φέρει όλο το βάρος της απώλειας, της μνήμης και της σιωπής. Ακόμη και μέσα στην ακινησία, υπάρχει μια ενέργεια που πρέπει να γίνεται αισθητή. Η πρόκληση είναι να δημιουργείται η αίσθηση ότι αυτό το σώμα, παρότι νεκρό (;) παραμένει το κέντρο μιας εσωτερικής καταιγίδας που διαχέεται σε όλη τη σκηνή.
Αν μπορούσατε να δώσετε μία «μυστική σκέψη» που δεν ακούγεται ποτέ στο κείμενο του χαρακτήρα σας, ποια θα ήταν;
Αφροδίτη Βραχοπουλου: Εδώ, από τη στιγμή που εμείς οι τρεις είμαστε σκέψεις και δεν αφήνουμε τίποτα κρυφό, θα έλεγα πως το μυστικό που δεν αποκαλύπτεται από τα λόγια, είναι η ίδια η ζωή, η ανάγκη να επιβιώσει η συνείδηση, μέσα στο χάος του μυαλού και της πραγματικότητας.
Δανάη Γοργομύτη: Μμμ... Δύσκολη ερώτηση! Το βασικό που νιώθω εγώ, τουλάχιστον, πως πρέπει να τηρηθεί στην παράσταση - όπως και σε όλες τις παραστάσεις, αλλά κυρίως σε αυτή που δεν υπηρετεί ένα ρεαλιστικό θέατρο - είναι οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στις τέσσερις μας. Οπότε κάτι πάρα πολύ βασικό που προσπαθώ να θυμίζω στον εαυτό μου, είναι το "Άκου το συνάδελφο", "Νιώσε τον παλμό του" , "Ζήσε τη στιγμή". Κάθε παράσταση, άλλωστε, είναι διαφορετική!
Βίκυ Λέκκα: «Ίσως...φοβάμαι αυτό που αρχίζω να αντιλαμβάνομαι.»
Άννα Λιανοπούλου: Ίσως θα ήταν: «Είμαι όλα όσα δεν μπορέσατε ποτέ να αντικρίσετε μέσα σας και αυτό που φοβηθήκατε να ξεπεράσετε.». Αισθάνομαι πως αυτό ταιριάζει πολύ στον ρόλο, γιατί αυτό το κορίτσι δεν είναι απλώς ένα σύμβολο απουσίας ή θρήνου. Είναι κυρίως μια συνείδηση σε διαρκή κίνηση — ένας άνθρωπος που παλεύει με τον εσωτερικό του κόσμο, με τις σκέψεις, τους φόβους και τις αλήθειες που αναδύονται. Δεν το βιώνω ως «νεκρή» παρουσία, αλλά ως μια ύπαρξη που βρίσκεται σε μια οριακή, σχεδόν ονειρική κατάσταση αυτοπαρατήρησης.

Η παρουσία του νεκρού κοριτσιού καθορίζει όλη την ατμόσφαιρα. Είναι τελικά ένα σύμβολο απώλειας ή κάτι πιο υπαρξιακό;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Στη δική μας ανάγνωση, το κορίτσι, είναι μια ζωντανή γυναίκα, μια γυναίκα που παλεύει με τον ίδιο της τον εαυτό, σε μια διαρκή προσπάθεια να επιβληθεί στην άρρωστη συνείδηση της. Αναδεικνύει την ανάγκη του να αντέξει κανείς μέσα σε ένα κόσμο που παράγει δεινά, και δηλητηριάζει το μυαλό, αλλά ταυτόχρονα και τη δυνατότητα της αντίστασης, της δύναμης του ανθρώπου να επιβληθεί στον ίδιο του τον εαυτό, να μη δεχτεί την αδράνεια και την παραίτηση ως μονόδρομο.
Δανάη Γοργομύτη: Το νεκρό κορίτσι του Πεσσόα πιστεύω πως σίγουρα θα εξυπηρετούσε ένα αλληγορικό σύμβολο. Όσοι, όμως, έχουν δει ή θα δουν την παράσταση, διαπιστώνουν πάρα πολύ σύντομα πως το "νεκρό" κορίτσι για εμάς , δεν έχει αυτήν την υπόσταση. Αν το κάναμε αυτό θα κάναμε ένα έργο για τη ματαίωση και το θάνατο. Εμείς με αυτήν την παράσταση επαληθεύουμε τη ζωή και την σπουδαιότητα της. Για εμάς, τίποτα δεν είναι μάταιο.
Βίκυ Λέκκα: Για μένα είναι κάτι πιο υπαρξιακό. Δεν το βλέπω μόνο ως σύμβολο απώλειας αλλά σαν μια σιωπηλή παρουσία που επηρεάζει τα πάντα. Φαίνεται να ανήκει στο τέλος και ταυτόχρονα σε μια κίνηση προς κάτι άλλο.
Άννα Λιανοπούλου: Η παρουσία της καθορίζει την ατμόσφαιρα, αλλά ταυτόχρονα τη διαρρηγνύει. Υπάρχει η αίσθηση ότι έχουμε ένα «νεκρό κορίτσι» επί σκηνής, όμως αυτή συνεχώς αναιρείται. Στην πραγματικότητα βλέπουμε ένα ζωντανό κορίτσι, που ανά διαστήματα, μέσα από μνήμες και όνειρα, χάνεται για λίγο μέσα στην ίδια του την κίνηση.
Γι’ αυτό θα έλεγα πως είναι και τα δύο. Από τη μία φέρει κάτι από την απώλεια, αλλά από την άλλη λειτουργεί πιο υπαρξιακά — ως μια παρουσία που παλεύει με τον εσωτερικό της κόσμο, που μετατοπίζεται ανάμεσα στο είναι και στο φαντάζεσθαι. Δεν είναι μια στατική έννοια «απουσίας», αλλά μια ζωντανή διαδικασία αναζήτησης, που επηρεάζει την ατμόσφαιρα ακριβώς επειδή δεν μπορείς να την ορίσεις απόλυτα.
Το έργο κινείται ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τη ζωή και την αδράνεια. Πιστεύετε ότι αφήνει περιθώριο ελπίδας ή είναι βαθιά απαισιόδοξο;
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Το έργο δε δίνει εύκολες απαντήσεις. Φανερώνεται πως η ελπίδα δεν είναι κάτι δεδομένο, χρειάζεται εγρήγορση και ενεργή συμμετοχή. Η συνείδηση, η ίδια η ύπαρξη έχει πάντα τη δυνατότητα να κινηθεί, να δημιουργήσει να μην μείνει παθητική και στάσιμη. Η ελπίδα είναι πραγματική, αρκεί να επιλέξεις να σταθείς απέναντι στις δυσκολίες και ναι πολλές φορές απέναντι και στον ίδιο σου τον εαυτό.
Δανάη Γοργομύτη: Το αντίθετο πιστεύω, πιστεύω πως το έργο που παρουσιάζουμε είναι βαθιά αισιόδοξο! Συνομιλεί με τις δαιδαλώδεις και απελπισμένες σκέψεις του ανθρώπινου νου, για να του δώσει διέξοδο και ελπίδα. Ακόμα κι αν χαρακτήριζε τον Πεσσόα ο πεσιμισμός και η απογοήτευση, κάθε θεατρική ερμηνεία είναι ένα άλλο καλλιτεχνικό δημιούργημα και εμείς μιλάμε για την αξία του να ζεις και την απόφαση που πρέπει να πάρεις να της δώσεις νόημα. Για μένα αυτό είναι βαθιά αισιόδοξο.
Βίκυ Λέκκα: Δεν το βλέπω ως βαθιά απαισιόδοξο, Παρότι κινείται στο σκοτάδι, αφήνει ανοιχτό ένα ουσιαστικό περιθώριο ελπίδας. Αρκεί να δεχτεί κανείς ότι φως δεν εμφανίζεται εδώ ως παρηγοριά, αλλά περνά πρώτα μέσα από τη δοκιμασία.
Άννα Λιανοπούλου: Δεν θα έλεγα ότι είναι ένα έργο απλώς απαισιόδοξο. Είναι σίγουρα σκοτεινό, πυκνό και αμείλικτο ως προς τα υπαρξιακά του ερωτήματα. Όμως ακριβώς επειδή κοιτά τόσο βαθιά μέσα στον φόβο, στη μοναξιά και στη ματαίωση, αφήνει και ένα πολύ λεπτό αλλά ουσιαστικό περιθώριο φωτός. Όχι με τη μορφή μιας εύκολης παρηγοριάς ή μιας λύσης, αλλά με τη μορφή της επίγνωσης. Από εκεί πιάστηκε και σκηνοθέτης μας . Το ίδιο το γεγονός ότι όλα αυτά γίνονται ποίηση, λόγος και κοινή σκηνική εμπειρία είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια πράξη αντίστασης στο σκοτάδι. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο αληθινή του ελπίδα.
Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα, τραγούδι και ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο.
Αφροδίτη Βραχοπούλου: Με αυτά που συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο, με τον πόλεμο να έχει φτάσει στο κατώφλι μας, το ποίημα που μου τριβελιζει το μυαλό το οποίο έχει γίνει και τραγούδι, είναι ο Μικρόκοσμος του Ναζίμ Χικμέτ. Ταινίες βλέπω πάρα πολλές, θα πω πως τελευταία σκέφτομαι πολύ το Dancer in the Dark του Lars von Trier, που αν και το είδα πολλά χρόνια πριν, παραμένει μια από τις πιο ξεχωριστές ταινίες που έχω δει. Δε θα μιλήσω για μέρος, αλλά για διαδρομή. Από τα Εξάρχεια μέχρι μέσα στο Ζάππειο, Ακρόπολη, Θησείο, Μοναστηράκι και πίσω Εξάρχεια, είναι η βόλτα που επιλέγω να κάνω όταν θέλω να συντονιστώ και να καθαρίσει το μυαλό μου.
Δανάη Γοργομύτη: Το ποίημα που με συντροφεύει, όχι μόνο αυτό το διάστημα, αλλά σε όλη την πορεία μου είναι αυτό του Λειβαδίτη "Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος". Πρόκειται για ένα ποίημα που με σημάδεψε από την πρώτη στιγμή που το διάβασα και αποτελεί το δικό μου , πολύ προσωπικό Ευαγγέλιο σε όλη τη στάση ζωής μου, ειδικά το σημείο που αναφέρει "δε θα πάψεις ούτε στιγμή να αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο".
Η ταινία το "Κόκκινο Βιολί" του Φρανσουά Ζιράρ, υπήρξε μια ταινία που με ενέπνευσε ιδιαιτέρως, καλλιτεχνικά σε κάποια φάση της ζωής μου οπότε έχει περίοπτη θέση στην καρδιά μου. Ελπίζω πάρα πολύ σύντομα να σας παρουσιάσω και το αποτέλεσμα της έμπνευσης.
Και το "Die with a smile" των Lady Gaga και Bruno Mars είναι ένα τραγούδι που αφιερώνω πολύ συχνά στον αγαπημένο μου - ως η μεγαλύτερη θαυμάστρια του, οπότε και σας το καταθέτω.
Βίκυ Λέκκα: Αγαπημένη ποιητική συλλογή αυτή την περίοδο είναι της Marguerite Yourcenar «Φωτιές», ένα μικρό αγαπημένο σημείο:
«Ανάμεσα στον θάνατο και σε μας δεν παρεμβάλλεται καμιά φορά παρά ένα μοναχό πλάσμα. Αν το πλάσμα αυτό χαθεί, θα μείνει μόνον ο θάνατος.»
Τραγούδι: « Ash/Black Veil” Apparat
Ταινία: «The Piano Teacher” Michael Haneke
Μέρος: Μεγάλες βόλτες στο Πεδίον του Άρεως
Άννα Λιανοπούλου: Ένα από τα ποιήματα που με συνοδεύουν αυτό το διάστημα, και το αισθάνομαι επίκαιρο όσο ποτέ, είναι το «Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Είναι από εκείνα τα κείμενα που δεν σε αφήνουν να μείνεις αμέτοχος· σε ταρακουνούν, σε επαναφέρουν στην ουσία και σε αναγκάζουν να σταθείς με εγρήγορση απέναντι στην εποχή σου.
Ένα τραγούδι που αγαπώ πολύ αυτή την περίοδο είναι οι «Ξεχασμένοι Θεοί», σε μουσική του Αλέξανδρου Γουργουλιού και ερμηνεία του αγαπημένου μου φίλου Βασίλη Προδρόμου. Είναι ένα κομμάτι που με αγγίζει βαθιά και μου γεννά αμέσως την ανάγκη να το μεταφέρω στο σώμα — να το χορογραφήσω, να το χορέψω, να το ζήσω κινητικά.
Από τις ταινίες, παρότι υπάρχουν πολλές που αγαπώ, η «Αμελί» είναι για μένα μία σταθερή, διαχρονική συντροφιά. Είναι μια ταινία που κουβαλώ πάντα μέσα μου, γιατί έχει έναν μοναδικό τρόπο να φωτίζει το εύθραυστο, το παράξενο και το τρυφερό της ζωής.
Όσο για το μέρος που με εμπνέει περισσότερο, δεν θα έλεγα πως είναι ένα συγκεκριμένο τοπίο ή ένας σταθερός χώρος. Με εμπνέει πιο πολύ η στιγμή και η ατμόσφαιρα. Μπορεί να είναι ένα σημείο στον δρόμο, μια αίθουσα χορού, ένα φως, μια σιωπή, μια αίσθηση που γεννιέται ξαφνικά. Η έμπνευση, για μένα, δεν συνδέεται απαραίτητα με έναν τόπο, αλλά με εκείνη τη λεπτή συνθήκη που κάνει κάτι να αρχίσει να πάλλεται μέσα σου.
https://www.ticketservices.gr/event/theatro-vafeio-o-naftikos/?lang=el

