Συνέντευξη με τη συγγραφέα του βιβλίου «Πόσο κακό μας κάνει ο ανταγωνισμός», Παναγιώτα Μπλέτα
1) Γιατί επιλέξατε να γράψετε ένα βιβλίο ενάντια στον ανταγωνισμό σε μια εποχή που θεωρείται αυτονόητο στοιχείο της κοινωνικής και προσωπικής επιτυχίας; Τι σας οδήγησε σε αυτή τη ρήξη με την κυρίαρχη ιδεολογία;
Γιατί ακριβώς αυτή η «αυτονόητη» αποδοχή είναι που με τρομάζει περισσότερο. Όταν κάτι δεν αμφισβητείται, αποκτά τη δύναμη του δόγματος. Ο ανταγωνισμός μάς έχει γίνει δεύτερη φύση, αλλά δεν είναι φυσικός. Είναι επίκτητος. Και πίσω από αυτή την ιδεολογία της υπεροχής, ανακάλυψα τον πυρήνα της αποξένωσης, του άγχους, της απελπισίας. Ξεκίνησα να γράφω γιατί έβλεπα γύρω μου ανθρώπους να αυτοακυρώνονται ή να ακυρώνουν τους άλλους επειδή δεν ξεχώριζαν «αρκετά». Και θέλησα να τους πω: αξίζεις, ακόμα κι όταν δεν νικάς. Αξίζεις, γιατί υπάρχεις. Γιατί έχεις τα δικά σου μοναδικά ταλέντα, που όμως αποκτούν νόημα και αξία μόνο όταν τα μοιράζεσαι. Η ζωή δεν είναι αγώνας δρόμου. Είναι κοινή περπατησιά, κοινό όραμα.
2) Η εκπαίδευση, από την προσχολική ηλικία ως το πανεπιστήμιο, είναι χτισμένη πάνω σε ανταγωνιστικά πρότυπα. Mπορούμε να αναδιαμορφώσουμε την παιδεία έτσι ώστε να υπηρετεί τη συνεργασία;
Ακούστε, η επανίδρυση της παιδείας δεν είναι ζήτημα μεθόδου, αλλά οράματος. Πρέπει να πάψουμε να αντιλαμβανόμαστε το σχολείο ως προθάλαμο ατομικής ανόδου και να το δούμε ως χώρο πολιτισμικής συμβίωσης. Η συνεργασία μπορεί να γίνει παιδευτική πράξη μόνο όταν αναγνωριστεί ως αξία από τα πρώτα κιόλας σχολικά χρόνια. Η συμμετοχική μάθηση, η αποτίμηση της πορείας και όχι του αποτελέσματος, ο διάλογος αντί της στείρας εξέτασης, είναι τα πρώτα βήματα. Μια παιδεία συνεργασίας προϋποθέτει δασκάλους με εσωτερικό όραμα, όχι τεχνικούς της ύλης.
3) Ποιος είναι ο ρόλος του δασκάλου ή του παιδαγωγού στη διάλυση της ανταγωνιστικής νοοτροπίας; Είναι έτοιμο το εκπαιδευτικό σύστημα να δεχτεί τέτοιον ρόλο;
Ο παιδαγωγός είναι ο πρώτος φορέας πολιτισμού μέσα στο παιδί. Αν ο ίδιος αναπαράγει την ιεραρχία, την αυθεντία και την πειθαρχία της υπεροχής, το παιδί θα εκπαιδευτεί στον ανταγωνισμό, όσο κι αν μιλάμε περί συνεργασίας. Πρέπει να σπάσει το καλούπι του αλάθητου διδάσκοντα και να μετατραπεί ο δάσκαλος σε εμψυχωτή κοινότητας μάθησης. Το εκπαιδευτικό σύστημα, όπως είναι φτιαγμένο, δεν είναι έτοιμο. Αλλά κάθε δάσκαλος μπορεί να γίνει θύλακας αντίστασης, ακόμη και μέσα στο πιο αυστηρό πλαίσιο, αν καλλιεργεί το ήθος του «μαζί». Το σχολείο δεν σώζεται από τα προγράμματα, αλλά από τις σχέσεις που δημιουργούνται.
4) Θα λέγατε ότι ο ανταγωνισμός λειτουργεί ως μηχανισμός διαίρεσης και χειραγώγησης στα χέρια της πολιτικής εξουσίας;
Ο ανταγωνισμός είναι το πιο ύπουλο εργαλείο διαίρεσης που έχει ανακαλύψει ποτέ η εξουσία. Αντί να ενώνονται οι άνθρωποι απέναντι στην αδικία ή στην καταπίεση, στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Η πολιτική εξουσία δεν χρειάζεται πια να καταπιέζει φανερά – αρκεί να καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της ατομικής διάκρισης. Έτσι, οι πολίτες γίνονται αντίπαλοι και όχι συμπολίτες. Και η κοινωνική αλλαγή, φυσικά, καθίσταται αδύνατη όσο επικρατεί αυτή η εσωτερικευμένη διαίρεση.
5) Πώς μπορούν τα κοινωνικά κινήματα ή οι τοπικές κοινότητες να καλλιεργήσουν κουλτούρα συνεργασίας σε ένα περιβάλλον που κυριαρχείται από ανταγωνισμό;
Τα κοινωνικά κινήματα, προσέξτε, εφόσον δεν αντιγράφουν τις λογικές της εξουσίας, που καταγγέλλουν, μπορούν να γίνουν προπύργια συνεργασίας. Αυτό προϋποθέτει ότι η εσωτερική τους λειτουργία βασίζεται στη συλλογική ευθύνη, στη διαφάνεια, στην αλληλεγγύη και όχι στην επιβολή ή στην ηγετολαγνεία. Οι τοπικές κοινότητες, μέσω κοινών δράσεων, ανταλλακτικών δομών, εναλλακτικής οικονομίας και παιδευτικών παρεμβάσεων, μπορούν να δημιουργήσουν νησίδες πολιτισμικής αντίστασης. Κάθε πράξη που ενώνει, ακόμη κι αν είναι μικρή, είναι πράξη αποδόμησης του ανταγωνιστικού μοντέλου.
6) Πώς αναπαρίσταται ο ανταγωνισμός στη σύγχρονη τέχνη, τον κινηματογράφο, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης; Είναι απλώς αντανάκλαση ή και μέσο διαιώνισης της ιδεολογίας αυτής;
Η τέχνη και τα μέσα δεν είναι ποτέ ουδέτερα. Ο ανταγωνισμός συχνά προβάλλεται ως πνευματική ντοπαμίνη, ως κινητήρια δύναμη του ηρωισμού, της ανάδειξης, της επιτυχίας. Από ριάλιτι μέχρι βιογραφίες, από εταιρικές διαφημίσεις μέχρι λογοτεχνικά πρότυπα, ο νικητής είναι το επίκεντρο της ιστορίας. Έτσι, όμως, εδραιώνεται η ιδεολογία του ανταγωνισμού ως αυτονόητη.
Η τέχνη μπορεί να αντισταθεί, αναδεικνύοντας την απλότητα, τη συλλογικότητα, το ασήμαντο που σώζει. Όμως για να γίνει αυτό, πρέπει να απογαλακτιστεί από το εμπορικό της άγχος.
7) Μπορεί η τέχνη να λειτουργήσει ως εσωτερική αντίσταση στον ανταγωνισμό; Και ποια μορφή τέχνης θεωρείτε πως το πετυχαίνει αυτό καλύτερα;
Η τέχνη, όταν είναι αληθινή, δεν υμνεί την υπεροχή αλλά τη σχέση. Η ποίηση, η λογοτεχνία γενικότερα, το θέατρο, η μουσική, μπορούν να διαρρήξουν την κυρίαρχη λογική της υπερίσχυσης. Η συλλογική δημιουργία –όπως μια θεατρική ομάδα, μια ορχήστρα, ένα έργο σε κοινό καμβά– αποκαθιστά τη χαμένη τιμή της συνεργασίας. Η πιο επαναστατική τέχνη δεν είναι πάντα η κραυγαλέα, αλλά η αθόρυβα ανθρωποκεντρική. Εκείνη που επιμένει να μιλά για το «εμείς» σε έναν κόσμο που λατρεύει το «εγώ».
8) Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην πνευματική ωρίμανση και την απελευθέρωση από την ανάγκη υπεροχής; Μπορούμε να μιλήσουμε για έναν «άλλο δρόμο» ανθρώπινης ολοκλήρωσης;
Η πνευματική ωρίμανση αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να συγκρίνεται. Όχι επειδή νίκησε τους άλλους, αλλά επειδή αναγνώρισε την αξία του έξω από την κλίμακα αξιολόγησης. Η ανάγκη υπεροχής προκύπτει όταν κάποιος δεν έχει βρει την εσωτερική του πληρότητα και τη ζητά στην εξωτερική σύγκριση. Ο «άλλος δρόμος» είναι ο δρόμος της ενότητας: να είμαι, όχι για να ξεχωρίζω, αλλά για να συνδέομαι. Πρέπει να καταλάβουμε ότι η πνευματική ωρίμανση δεν είναι ιδεολογία, είναι τρόπος σχέσης — με τον εαυτό μου, τον άλλον, με τον κόσμο.
9) Ποια είναι η θέση της σιωπής, της αδράνειας, της αποδοχής στην εποχή της ανταγωνιστικής υπερέκθεσης;
Η σιωπή είναι επαναστατική πράξη σε μια εποχή που φωνάζει για υπεροχή. Η αποδοχή του εαυτού μας χωρίς την ανάγκη επιβεβαίωσης είναι η ύψιστη μορφή ελευθερίας. Η αδράνεια —ως δημιουργική παύση— αντιστρατεύεται την παραγολαγνεία του ανταγωνιστικού κόσμου. Όταν ο άνθρωπος παύει να «πρέπει να αποδείξει», τότε αρχίζει να ακούει. Και στην ενεργητική ακρόαση, γεννιέται η αλήθεια. Ο δρόμος προς την ειρήνη δεν περνά από την κυριαρχία, αλλά από την υπέρβαση της σύγκρισης.
10) Ποια είναι τα πρώτα μικρά βήματα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος για να απαλλαγεί από τις ανταγωνιστικές σκέψεις στην καθημερινότητά του;
Το πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση. Να παρατηρήσει κανείς πότε νιώθει την ανάγκη να συγκρίνεται, πότε επιθυμεί να «προηγείται» και να αναρωτηθεί: ποιο κενό προσπαθώ να καλύψω; Κατόπιν, να δοκιμάσει να ακούσει τους άλλους χωρίς διάθεση αντίκρουσης· να χαίρεται με τις επιτυχίες των άλλων, χωρίς να αισθάνεται απειλή. Η καθημερινότητα προσφέρει αναρίθμητες ευκαιρίες για συνεργασία αντί σύγκρισης — από την οικογένεια και τη γειτονιά, μέχρι τον χώρο εργασίας. Το μεγάλο ξεκίνημα γίνεται με μικρές, ειλικρινείς κινήσεις καλλιέργειας εμπιστοσύνης.
11) Αν μπορούσατε να διαμορφώσετε έναν «απινιδωτή» του ανταγωνισμού, ένα πνευματικό εργαλείο αφύπνισης, τι θα ήταν;
Θα περιείχε λέξεις που θεραπεύουν όπως: «Δεν χρειάζεσαι να αποδείξεις τίποτα για να αξίζεις». Θα περιείχε σιωπή, χώρο για στοχασμό, εικόνες αληθινών σχέσεων, παραδείγματα κοινοτήτων και ομάδων συνεργασίας, το πρόσωπο ενός δασκάλου ή φίλου, ενός παιδιού που αγαπά χωρίς προϋποθέσεις. Θα περιείχε επίσης μια φράση-κλειδί: «Δεν ήρθαμε στον κόσμο για να κερδίζουμε ο ένας τον άλλον, να προπορεύεται ο ένας του άλλου· ήρθαμε για να συναντηθούμε, να αγαπηθούμε, να περπατήσουμε παρέα.» Αυτός ο «απινιδωτής» δεν θα λειτουργεί με ηλεκτρικό σοκ, αλλά με την απαλή δύναμη της ενσυναίσθησης που απελευθερώνει από την τοξικότητα του ανταγωνισμού.
12) Αν μπορούσατε να απευθύνετε ένα μήνυμα σε ένα νέο άνθρωπο που διαμορφώνεται σήμερα, τι θα του λέγατε σχετικά με το πώς να ζήσει;
Θα του έλεγα να τολμήσει να είναι ευάλωτος, να μην ντρέπεται να αγαπά χωρίς αντάλλαγμα, να χαίρεται χωρίς όρους. Να ψάξει τη χαρά στην κοινή πράξη, στην αλληλέγγυα δημιουργία. Και όταν η κοινωνία του λέει «απέδειξε την αξία σου», να απαντά με γαλήνη: «Δεν χρειάζεται να αποδείξω τίποτα. Είμαι και αυτό που είμαι, αρκεί για να αγαπήσω και να χτίσω έναν καλύτερο κόσμο.».

