Συνέντευξη με την Αναστασία Χατζηχριστοδούλου με αφορμή την νέα της ποιητική συλλογή ΄΄Το μέρος που δεν ήξερες πως υπάρχει΄΄ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άνω Τελεία
1.Τι ήταν αυτό το «μέρος που δεν ήξερες πως υπάρχει» μέσα σου όταν ξεκίνησες να γράφεις τη συλλογή;
Δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση. Η ενδοσκόπηση που προκύπτει όταν γράφω δεν ακολουθεί κανόνες και χρόνους. Μέσα από πολλούς στίχους αναδύονται φόβοι και ευαισθησίες που ίσως είχα κρύψει ακόμα και από τον ίδιο μου τον εαυτό. Το μέρος που δεν ήξερα πως υπάρχει είναι ένας εσωτερικός χώρος όπου όλα ηρεμούν, όπου όλα σταματάνε ‒ και αυτόν τον χώρο μπορώ να εξερευνήσω μόνο μέσω της ποίησης, ίσως και της μουσικής. Αυτό τo μέρος κρύβει διάφορες πτυχές μου που συχνά χάνονται πίσω από τη βαβούρα της καθημερινότητας και τη ρουτίνα. Είναι συχνά αρκετά συγκινητικό να βρίσκομαι «εκεί». Μοιράζοντας αυτό το μέρος γίνεται κάπως πιο αληθινό, γιατί απομυθοποιείται. Λειτουργεί κάπως σαν τα μυστικά ‒ χάνουν την αξία τους όταν εκφραστούν ως φοβίες, αλλά ταυτόχρονα κερδίζουν, αφού μετατρέπονται σε ευκαιρίες για προσωπική σύνδεση και συζήτηση.
2.Ως αρχιτέκτονας που πέρασες στην ποίηση, τι αλλάζει και τι μένει ίδιο όταν «χτίζεις» με λέξεις αντί με υλικά;
Η αρχιτεκτονική ήρθε στη ζωή μου πολύ μετά την αγάπη μου για τις λέξεις, και τελικά δεν είναι τόσο αντίρροπες όσο φαίνεται. Πολλοί φιλόσοφοι και διαφωτιστές έχουν μιλήσει για τη σύνδεση της λέξης και της χωρικής εμπειρίας και είναι κάτι που ψάχνω ατελείωτα. Ιδανικά θα ήθελα να το συνδέσω κι εγώ με τη διαδικασία της αρχιτεκτονικής μου.
Ο χώρος έχει πολλούς περιορισμούς: κανόνες, πελάτες, φυσικά χαρακτηριστικά των υλικών που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Είναι μια τέχνη που πρέπει να γνωρίζεις ολότελα για να τη χρησιμοποιήσεις με ευπλαστότητα. Υπάρχει και η ανθρώπινη μέτρηση, που σε περιορίζει παντού ‒ αν και για εμένα είναι από τα πιο όμορφα στοιχεία της αρχιτεκτονικής. Στην αρχιτεκτονική ψάχνεις τρόπους να σπάσεις το όριο του χώρου· στην ποίηση να το περιορίσεις. Ένα πράγμα που δεν υπάρχει στην αρχιτεκτονική -ή που το ψάχνω ατέλειωτα εντός της- είναι η ποιητική αδεία. Αυτό που μου αρέσει στην ποίηση είναι ο βαθμός ελευθερίας. Ανέκαθεν η ποίηση ζωγράφιζε με τις λέξεις, αλλά χωρίς εικόνα, χωρίς προκαθορισμένη μορφή. Στην ποίηση, δομείς τις λέξεις ώστε να αποδώσεις ένα συνολικό μήνυμα, όποιο κι αν είναι αυτό, γιατί η ποίηση δεν χτίζει εμπειρία· χτίζει κατανόηση. Πρέπει να έχεις δεξιοτεχνία στον χειρισμό των λέξεων ώστε να μη δημιουργείται μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για όλους.
Η δυνατότητα δημιουργίας λέξεων που απλώς δεν μπορούν να είναι αλλιώς είναι κάτι που στην αρχιτεκτονική συναντάς πολύ αργότερα. Επίσης στην αρχιτεκτονική ποτέ δεν θα δεις το τελικό προϊόν στο χαρτί· δεν ξέρεις αν αυτό που έχεις δημιουργήσει είναι όπως το φαντάζεσαι. Στην ποίηση το γραπτό είναι το τελικό προϊόν. Το πώς θα ερμηνευτεί είναι κάτι που δεν μπορείς να ελέγξεις.
Παρ’ όλα αυτά, ο χώρος και οι λέξεις είναι στοιχεία που συνεχώς μεταβάλλονται, αλλάζοντας νοήματα, και κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να τα εξερευνήσει με διαφορετικό τρόπο ‒ κάτι που αγαπώ και στις δύο τέχνες. Η αρχιτεκτονική, όμως, έχει μια πιο μόνιμη υπόσταση και, σε αντίθεση με ένα βιβλίο, πολλές φορές δεν σου δίνει την επιλογή αν θα ασκήσεις αυτή την εξερεύνηση ή όχι. Γι’ αυτό πιστεύω πως πρέπει να προσέχουμε πολύ τι προσφέρουμε στον πραγματικό κόσμο μέσα από την αρχιτεκτονική δημιουργία, γιατί αυτή μας επηρεάζει όλους καθημερινά.
3.Ποιο από τα τριάντα πέντε ποιήματα σε τρόμαξε ή σε εξέπληξε περισσότερο κατά τη δημιουργία του;
Είναι πολλά, αλλά ένα που ξεχωρίζει είναι το ποίημα με τίτλο «Υπερφόρτωση». Θυμάμαι χαρακτηριστικά να γράφω μανιωδώς αυτούς τους στίχους. Ήταν μια πολύ παγωμένη, δύσκολη στιγμή. Μου έρχεται ξανά το αίσθημα της απόγνωσης ‒ όταν νιώθεις δυσκίνητος ή δεν έχεις εμπιστοσύνη στο ίδιο σου το σώμα, γιατί έχεις αποσυνδεθεί από αυτό.
Με τρόμαξε η διαδικασία του, η στιγμή από την οποία πήγασε, και όχι τόσο το τελικό αποτέλεσμα. Ακόμη με παγώνει. Όταν το διαβάζω, μου βγάζει κάτι αρνητικό. Ταυτόχρονα, ήταν μια πραγματική εκτόνωση, ένα ξεκόλλημα. Θεωρώ ότι είναι αρκετά διαχρονικό.
4. Η συλλογή μιλά πολύ για αποξένωση και επιβίωση. Πότε ένιωσες για πρώτη φορά «ξένη στον εαυτό σου»;
Νομίζω ότι η αποξένωση από τον ίδιο σου τον εαυτό είναι κάτι που νιώθεις κατά περιόδους στη ζωή σου. Για μένα, εμφανίζεται όταν δεν νιώθω δημιουργική για μεγάλο διάστημα ή όταν το έργο μου φαίνεται στείρο. Η δημιουργία γενικά είναι αυτό που με γεμίζει. Γνωρίζω τον εαυτό μου μέσα από αυτήν -όπως αντικατοπτρίζεται και στη συλλογή μου- και ταυτόχρονα εξελίσσομαι τόσο δεξιοτεχνικά όσο και στη δημιουργική μου διαδικασία. Όταν μου δίνεται αυτή η δυνατότητα, εμφανίζεται και η αίσθηση της αποξένωσης.
Η δημιουργικότητα συνδέεται στενά με την αυθόρμητη έκφραση και, στην περίπτωσή μου τουλάχιστον, όσο πιο δημιουργικό είναι κάτι, τόσο πιο αυθόρμητο γίνεται. Το αυθόρμητο απαιτεί όμως έναν βαθμό ελευθερίας για να παραμείνει αυθεντικό. Όταν νιώθεις κολλημένος ή εγκλωβισμένος στη ρουτίνα και στις αμφισβητήσεις, γίνεται πολύ δύσκολο να εκφραστείς αυθόρμητα.
Όσο γράφω αυτόν τον πρόλογο, ίσως χάνω την απάντηση. Για να απαντήσω λοιπόν, σίγουρα ένιωσα ξένη στον εαυτό μου πολύ νωρίτερα από όσο θυμάμαι. Χαρακτηριστικά, μια τέτοια στιγμή ήρθε όταν τελείωσε το σχολείο. Αυτή η περίοδος της ζωής μου ήταν ιδιαίτερη και παράξενη. Ένας μικρός τραυματισμός με ανάγκασε να ξεμάθω τον αυθορμητισμό της δημιουργικότητάς μου, χωρίς όμως την πίεση να δουλέψω προς κάποιον στόχο ή να έχω μια καθημερινότητα που να με αναγκάζει να τον ξεπεράσω -όπως συνέβαινε με τις πανελλαδικές τότε- κι έτσι μου έμεινε πολύς χρόνος για ενδοσκόπηση. Ήταν επίσης μια περίοδος που δεν μπορούσα να εκτονωθώ στην τέχνη. Έτσι συνδέω αυτή την περίοδο ως την πρώτη φορά που ένιωσα ξένη στον εαυτό μου. Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς αποξένωση, αλλά σίγουρα ήταν αμφισβήτηση.
5. Πιστεύεις ότι η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αυτογνωσίας ή απλώς ως καθρέφτης;
Στη συλλογή μου εκφράζονται θέματα όπως η αναζήτηση του εαυτού, τα όνειρα και η ενηλικίωση ‒ ζητήματα που όλοι γνωρίζουμε, ο καθένας όμως με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Γράφοντάς την, καθώς η διαδικασία εμπεριέχει μεγάλο βαθμό αυθορμητισμού, νιώθω ότι πολλές φορές προκύπτουν προτάσεις, ποιήματα και νοήματα που δεν ήξερα πως υπήρχαν μέσα μου για να τα εκφράσω. Δεν έχεις πάντα καλή σχέση με αυτό που βλέπεις στο χαρτί, αλλά δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Για μένα, η ποίηση υπήρξε ανέκαθεν μια θεραπευτική συνεδρία. Από την άλλη, εκφράζει συχνά αυτά που δεν λέγονται, που δεν παραδέχεσαι ή που κρύβεις. Σε αυτήν την περίπτωση, τα συναισθήματα και οι σκέψεις κρύβονται πίσω από καλοσυλλεγμένες λέξεις.
Όσον αφορά την ανάγνωση της ποίησης, ακόμη και εκεί υπάρχει συχνά ένας αιφνιδιασμός ‒ το κατά πόσο κάτι σε αγγίζει ή το κατανοείς. Αυτή η ασάφεια επιτρέπει συχνά την οικειότητα με το κείμενο, και αυτή είναι και η μαγεία του. Ακόμη κι εγώ, όταν διαβάζω ένα δικό μου έργο μετά από πολύ καιρό, το αντιλαμβάνομαι αλλιώς. Επειδή έχω αλλάξει, όλα με αγγίζουν λίγο διαφορετικά ανάλογα με την περίοδο της ζωής που διανύω, πόσο μάλλον όταν διαβάζω έργα άλλων που έχουν πέσει στα χέρια μου.
6.Αν ο αναγνώστης κρατήσει μόνο μία πρόταση από το βιβλίο σου, ποια θα ήθελες να είναι και γιατί;
Αν ο αναγνώστης κρατήσει μόνο μία πρόταση από το βιβλίο μου, θα ήθελα να είναι: «Ξέρεις, δεν έχουν ημερομηνία λήξης τα στιγμιότυπα του νου σου», από το ποίημα «Ιστορίες που λες σε άλλους». Πολλές φορές ξεχνάμε να ζήσουμε ή αδυνατούμε να αφομοιώσουμε τι συμβαίνει γύρω μας. Νομίζω πως αυτή είναι μια παγίδα στην οποία συχνά πέφτω κι εγώ. Δεν μας εμποδίζει απλώς να συνδεθούμε, αλλά κάνει τα όνειρά μας να μοιάζουν εξίσου μακρινά ή άχρωμα. Χάνουμε την αίσθηση του χρόνου, χάνουμε το τώρα. Νιώθουμε πως κυνηγάμε ένα όνειρο όλη μας τη ζωή. Προφανώς, τα όνειρα απαιτούν πειθαρχία, αλλά χάνουν την αξία τους όταν δεν αφήνουν χώρο για μια καθημερινότητα εξίσου όμορφη. Τα όνειρα δεν είναι εγγυημένα, αλλά το τώρα είναι χειροπιαστό και μοναδικό. Ο στίχος αυτός είναι για μένα μια υπενθύμιση ότι οι αναμνήσεις μας κάνουν πιο δυνατούς, πιο χαρούμενους, πιο ζωντανούς. Δεν θυμόμαστε ποτέ τις μέρες που περνούσαμε μίζερα, δουλεύοντας ατελείωτα. Θυμόμαστε τα λάθη, τα γέλια μας, τα άβολα βράδια, τα άκυρα συμβάντα, καλά ή κακά. Τα κρατάμε πάντα μαζί μας. Είναι «ιστορίες που λέμε σε άλλους» και με τον καιρό γνωρίζουμε λίγο καλύτερα τον εαυτό μας και αναθεωρούμε τα όνειρά μας αντίστοιχα.

