Συνέντευξη με την Αντωνία Οικονόμου με αφορμή την παράσταση ''Τhe great nothing - or the loneliest place in the universe'' που ανεβαίνει στο ΤΖΑΜΙΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ
Ποια ήταν η αφορμή για την σύλληψη του νέου έργου σας, the great nothing - or the loneliest place in the universe;
Η προετοιμασία και ο πειραματισμός για το έργο ήρθε από μια προσωπική ανάγκη να μεταβώ από την σύνθεση συνόλου, όπου ερευνούσα την συνύπαρξη, στην ατομική σύνθεση, ερευνώντας αυτό το κενό που φέρνει η απομόνωση, η ενδοσκόπηση, η μοναχικότητα, η αποκόλληση και ο αποχωρισμός. Από τα πρώτα εργαστήρια εστίασα στα τρίπτυχα του Francis Bacon, μια αναφορά που πολύ καιρό ήθελα να δουλέψουμε, και που κατέληξε να υποβόσκει σε όλες τις πτυχές του έργου - την κίνηση, το σκηνικό χώρο, το φως. Είναι για μένα μία χωρική αναφορά απόλυτης μοναξιάς όπου η παραμόρφωση του χώρου και του σώματος πρωταγωνιστεί, όπως και στο έργο. Μετά διάβασα για το “Κενό του Βοώτη” (The Boötes Void) ή αλλιώς «Το Μεγάλο Τίποτα» και ένιωσα ότι όλα έδεσαν μαζί. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα γνωστά «κενά», και ίσως την πιο μοναχική περιοχή στο παρατηρήσιμο σύμπαν. Ένα υπερ-κενό, μια εκτενής κοσμική απουσία που χαρακτηρίζεται από την εξαιρετικά χαμηλή πυκνότητα γαλαξιών.
Είναι το κενό τελικά μια ελευθερία ή μια φυλακή; Μήπως αναθεωρούμε την έννοια της ελευθερίας προσεγγίζοντάς το;
Ο κίνδυνος του κενού είναι ότι μπορεί να το οικειοποιηθούμε και να γίνει σπίτι μας- να φτιάξουμε μια αυτοσχέδια φυλακή από το φόβο και τη μοναξιά που μας ακινητοποιούν . Στο έργο, το σώμα αγκυλώνει και οι χαρακτήρες εμφανίζονται έγκλειστοι και συμπιεσμένοι σε πολύ μικρούς χώρους, μέσα σε ένα ζωντανό σπασμένο τρίπτυχο που διαστρεβλώνει το χώρο και το χρόνο. Το κενό, όσο είναι μετάβαση, και όχι στάση, μπορεί να μας οδηγήσει σε μια συνειδητοτητα- αν αυτό μπορούμε να το πούμε ελευθερία.
Η σημερινή εποχή είναι η εποχή του κενού; Η αποξένωση μας έχει βυθίσει σε κατάσταση σχεδόν ανυπαρξίας;
Το the great nothing είναι ένα τρίπτυχο “κλουβί”- σαν τα μοναχικά “κλουβιά” στα οποία νιώθω πλέον ότι κατοικούμε απομονωμένοι και καλούμαστε διαρκώς να ξεχάσουμε, να μουδιάσουμε, να ακινητοποιηθούμε. Όπως και στο “Κενό του Βοώτη”, το τίποτα δεν είναι άδειο αλλά χαρακτηρίζεται από σκοτάδι και αχανείς αποστάσεις, όπως και ένας αποχωρισμός ή μια απώλεια. Σήμερα είμαστε απομονωμένοι πολιτικά, κοινωνικά και συναισθηματικά στο βαθμό που νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να έχουμε αντίκτυπο, δύναμη, συνεπεία και πραγματική εγγύτητα, και αυτό φλερτάρει επικίνδυνα με μια ανυπαρξία την οποία, λόγω της ταχύτητας με την οποία καλούμαστε να ζούμε, δεν αντιλαμβανόμαστε καν όσο και να μας βαραίνει.
Τι μπορεί να ανακαλύψει στο κενό η ανθρώπινη δημιουργικότητα;
Μπορώ να μιλήσω για το το πώς εγώ αντλώ έμπνευση από αυτήν την περιοχή για το έργο που τωρα ετοιμάζουμε. Στο έργο, το κενό και η απομόνωση προκύπτουν μετά από μια έντονη απώλεια που φέρνει αποχωρισμό και βίαιη αποκόλληση. Εκεί, ο χρόνος- και άρα αναγκαστικά και ο χώρος- παραμορφώνεται και κατασκευάζεται αποκλειστικά από το “βλέμμα” και την οπτική γωνία του χαρακτήρα που βρίσκεται ξαφνικά στο κενό. Ένας χώρος χωρίς χώρο για κίνηση ή μετατόπιση, όπου οι αποστάσεις μεγαλώνουν, οι κλίμακες διαστρεβλώνονται και η γραμμικότητα της αφήγησης κατακερματίζεται και ρέει ονειρικά όπως η μνήμη- εκεί τα όρια ανάμεσα σε πραγματικό και φανταστικό θολώνουν και η δημιουργία ανθίζει σε εικόνες και τοπία ανάμεσα σε οικείο και το ανοίκειο. Το κενό γεμίζει με φαντάσματα που κατοικούν σε πολλούς κόσμους - τον πραγματικό, τον μνημονικό, τον φανταστικό.
Ποιο είναι το στοίχημα της χορογράφου - περφόρμερ σε μια τέτοια παράσταση; Ίσως εδώ αποκτά μια ουσιαστική έννοια η συν-κίνηση...
Η συν-κίνηση για μένα, ως συνδημιουργία κίνησης, είναι αναγκαία γιατί έτσι το υλικό αναπτύσσεται προσωπικά για τον καθένα μας. Με οδηγούσε πάντα η σύμπραξη της κίνησης μέσα από τον αυτοσχεδιασμό σαν τρόπο σύνθεσης, πόσο μάλλον τώρα που συνυπάρχουμε στη σκηνή. Σαν περφόρμερ το στοίχημα εδώ δεν είναι απαραίτητα η τεχνική δυσκολία του κινητικού υλικού, αλλά το ότι πραγματικά το πέρασμα του έργου είναι σαν ζωντανό μοντάζ και οι χρόνοι που ενεργοποιείται ο ερμηνευτής είναι σύντομοι και μικροί, σαν σφήνες σε ταινία. Μέσα από τη “σφήνα” σου, κινείς το σενάριο, και όσο μικρή και να είναι η παρεμβολή σου, συμβάλλει στην ευρύτερη αφήγηση και πλοκή του έργου.
Μιλήστε μας για την σύμπραξη χορού και υποκριτικής; Είναι το σώμα ο πυρήνας των πνευματικών και ψυχολογικών ερεθισμάτων;
Και τα δύο από το σώμα ξεκινάνε νομίζω. Η υποκριτική τέχνη χρειάζεται το χορό- και αντίστροφα. Η ερώτηση είναι αν υπάρχει σύμπραξη πραγματικά ή αν το ένα είναι η επέκταση του άλλου με βάση τη φόρμα που ο κάθε σκηνοθέτης η χορογράφος επιλέγει. Σαν χορογράφος ξεκινάω από την κίνηση και χρειάζομαι να βρω την ανάγκη για να φτάσω στο λόγο, που τελικά είναι μια σωματική λειτουργία. Τις περισσότερες φορές, όπως και τώρα στο έργο, δύσκολα εξαντλείται το βουβό σώμα ως προς το τί καλείται να εξωτερικεύσει. Οι χαρακτήρες που με ενδιαφέρουν είναι ψυχοσωματικοί - άρα ο ψυχισμός τους επικοινωνείτε από τη σωματική τους φόρμα.
Το έργο θέλει να μεταφέρει κάποιο μήνυμα ή η ίδια η εμπειρία λειτουργεί σαν σπόρος που γεννά τον προβληματισμό;
Περισσότερο με ενδιαφέρει η κατασκευή μιας εμπειρίας, να δημιουργήσω μια τομή σε ένα φανταστικό κόσμο, από την οποία αντλείς ό,τι χρειάζεσαι, ό,τι βλέπεις και ό,τι ο ίδιος προβάλλεις πάνω σε αυτήν . Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να φτιάξω ένα συνεπές και στέρεο σημείο προβολής, να σκηνοθετήσω το βλέμμα του θεατή και να ενορχηστρώσω ένα ρυθμό αφήγησης. Και η αυθαίρετη ερμηνεία είναι και το ενδιαφέρον και το ζητούμενο στην παρουσίαση μιας δημιουργικής διαδικασίας, όταν αυτό που τόσο καιρό ετοιμάζουμε γίνεται ορατό στον κόσμο και εξωτερικεύεται. Ανυπομονώ για τις στιγμές που θα έρθει κάποιος μετά και θα μου πει κάτι που δεν περίμενα, δεν σχεδίαζα. Γενικότερα από τη στιγμή που το έργο παραδίδεται και παρουσιάζεται σταματάει να είναι δικό μας και σε αυτή τη μετάβαση δεν θέλω να ελέγξω κάτι.
Πληροφορίες και εισιτήρια παράστασης https://www.ticketservices.gr/event/the-great-nothing-or-the-loneliest-place-in-the-universe/?lang=el

