Συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο Γιάντσιο με αφορή το νέο του βιβλίο ''Μια Ατλαντίσα ίσον καμία'' που κυκλοφορεί απο τιος εκδόσεις Άνω Τελεία
1. Τι σημαίνει για εσάς η «Ατλαντίδα»: είναι κυρίως τόπος, μνήμη ή μια εσωτερική κατάσταση;
Απ’ όπου κι αν την κοιτάξεις, η Ατλαντίδα φαντάζει λίγο διαφορετική. Είναι ταυτόχρονα πολλά και διάφορα. Και τίποτα. Έχει ενδιαφέρον πώς ένας φανταστικός τόπος όπως η βυθισμένη Ατλαντίδα μπορεί να παίξει τόσο έντονα στη συλλογική μνήμη. Κάπου εκεί πρέπει να κρύβεται και η δύναμη της λογοτεχνίας.
2. Σας ενδιαφέρει περισσότερο η αφήγηση μιας ιστορίας ή η δημιουργία ενός συμβολικού πλαισίου που επιδέχεται πολλές αναγνώσεις;
Προσπαθώ να στήσω έναν ιστό, κάπως όπως κάνουν οι αράχνες. Κι ύστερα ανυπομονώ να δω τι έπιασα. Οι πολλαπλές αναγνώσεις ενός κειμένου είναι μέρος του παιχνιδιού. Καθένας διαβάζει λίγο απ’ τον εαυτό του σε κάθε έργο.
3. Η επιστροφή της παρέας στο νησί λειτουργεί σαν ένα είδος επανεξέτασης του παρελθόντος. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σε τέτοιες στιγμές επιστροφής: αυτό που άλλαξε ή αυτό που έμεινε ίδιο;
Οι ζωντανές σχέσεις δοκιμάζονται διαρκώς. Ακόμα κι όταν δεν τους φαίνεται. Και διαρκώς επιστρέφουν στο κοινό τους παρελθόν. Μια μικρή μάχη είναι, στην ιδανική περίπτωση χωρίς νικητές και ηττημένους.
4. Η παραλία της Πορτογαλίδας και τα κάστρα που χάνονται λειτουργούν σαν εικόνα φθαρτότητας. Πόσο σας απασχολεί η ιδέα ότι ό,τι χτίζουμε είναι προσωρινό;
Ένας ορισμός της ευτυχίας θα μπορούσε να είναι ο εξής: «Η κατάσταση κατά την οποία το εφήμερο, η φθορά και η προοπτική τους παύουν στιγμιαία να σε αφορούν». Κάτι τέτοιο τουλάχιστον ισχυρίζεται ο Νεκτάριος, ο πρωταγωνιστής του επόμενού μου μυθιστορήματος.
5. Υπάρχει μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο συμβολικό στο κείμενο. Πόσο συνειδητά την επιδιώκετε γράφοντας;
Ιδιαίτερα εύστοχη παρατήρηση. Είναι απόλυτα συνειδητό. Κάπως έτσι δουλεύει το μυαλό μου. Και να ήθελα, δε θα μπορούσα να του ξεφύγω.
6. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, υπήρξε κάποια στιγμή που οι ίδιοι οι χαρακτήρες σάς οδήγησαν σε διαφορετική εξέλιξη από αυτή που αρχικά είχατε σχεδιάσει;
Από τη στιγμή που οι χαρακτήρες του έργου ζωντάνεψαν για τα καλά μες στην πλοκή, άρχισαν να μου υπαγορεύουν διάφορα. Ειδικά στους διαλόγους.
7. Η παρουσία της Αλίκης φαίνεται να μετατοπίζει το κέντρο βάρους της αφήγησης. Τι αλλάζει ουσιαστικά μετά την εμφάνισή της στην ιστορία;
Ο αφηγητής ζει στον μικρόκοσμό του, όπως όλοι μας. Η Αλίκη τον αναγκάζει να καταδυθεί στη χώρα των θαυμάτων της, και να ξανακοιταχτεί στον καθρέφτη με άλλο μάτι.
8. Μέσα στο βιβλίο, η αγάπη συνυπάρχει με το τραύμα και τη μνήμη. Θεωρείτε ότι ο έρωτας λειτουργεί περισσότερο ως δύναμη σύνδεσης ή ως κάτι που αποκαλύπτει τις ρωγμές των ανθρώπων;
Ένας απ’ τους ήρωες του βιβλίου επιμένει πως όλη η ουσία βρίσκεται στις ρωγμές. Εκεί που τα πράγματα παύουν να είναι ασφαλή, καλοβολεμένα και γυαλιστερά. Κάποια στιγμή θα πρέπει να τον ρωτήσω πώς ακριβώς το εννοεί.
9. Πόσο δύσκολο είναι να γράφει κανείς για την απώλεια ενός κοντινού ανθρώπου με τρόπο που να αποδίδει περισσότερο το αποτύπωμα που αφήνει, παρά την ίδια τη στιγμή της απώλειας;
Ο διάλογος με τους δικούς μας ανθρώπους συνεχίζεται και πολύ μετά την απώλειά τους. Θέλοντας και μη, τους κουβαλάμε μαζί μας. Δεν υπάρχει πιο απαιτητικός καθρέφτης απ’ τον ίδιο τον θάνατο.
10. Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα, τραγούδι και ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο.
Άδικο να δικαιούσαι μόνο ένα απ’ το καθένα. Θα κάνω πέτρα την καρδιά μου και θα διαλέξω την «Ιθάκη» του Καβάφη, τον «Τελευταίο σταθμό» του Σεφέρη, τη «Δημοσθένους λέξις» του Σαββόπουλου, το «One more cup of coffee» του Ντύλαν, το «Γιοζίμπο» του Κουροσάβα και τη «Μέρα της μαρμότας» του Ράμις. Πέρα από αγαπημένα, τα συγκεκριμένα «παίζουν» έντονα στο βιβλίο μου

