Γράφει η Κακλαμάνη Αθηνά


Η Μέρα του Καρναβαλιού είναι το τελευταίο βιβλίο της Μαριλένας Παππά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν. Πρόκειται για ένα σκοτεινό παραμύθι, που ακολουθεί το λογοτεχνικό στυλ και την αισθητική της συγγραφέως, όπως την έχω ήδη γνωρίσει στη νουβέλα της Το Τελευταίο Εμπόδιο, αλλά και στις Φεγγαροκουταλιές της.
Ειδικότερα, η πλοκή ακολουθεί την ιστορία ενός νεαρού αγοριού, που ζει σε ένα απομακρυσμένο χωριό, το οποίο διοικείται ακόμα από πολέμαρχους, που ακολουθούν σκοταδειστικές και αρχέγονες τακτικές, προκειμένου να διατηρούν την εξουσία τους, αλλά και τον φόβο στις καρδιές και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Μέσα, δε, από το προσωπικό τραύμα του ήρωά της, η Μ. Παππά μας διηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης και την πορεία ενός ανθρώπου, μα και μιας ολόκληρης κοινωνίας από το σκοτάδι στο φως. Ως μέσο, μάλιστα, για να το καταφέρει αυτό η συγγραφέας χρησιμοποιεί την έννοια και την δύναμη της τελετουργίας, την οποία ενισχύει μέσα από την ασάφεια, το μυστήριο, τη ρευστότητα και το σκοτάδι που την περιβάλει. Έτσι, η μέρα του Καρναβαλιού αποτελεί επί της ουσίας ένα πέρασμα από μία κατάσταση σε μια άλλη, μια πολιτική παραβολή.
Αυτό που θα εντυπωσιάσει τον αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας σελίδες είναι η μαεστρία με την οποία η Μ. Παππά για ακόμα μια φορά συνθέτει το αποπνικτικό, άχρονο περιβάλλον, μέσα στο οποίο εξελίσσεται η πλοκή. Συγκεκριμένα, με έντονα τα στοιχεία του dark cabaret ο κόσμος της συγγραφέως είναι γεμάτος δυσμορφία και αρρώστια, στοιχεία τα οποία έρχονται να αναδείξουν μόνο την πραγματική παρακμή στην κοινωνία αυτή. Αυτός είναι και ο λόγος που παρότι η νουβέλα φαίνεται απλά σαν άλλη μία ιστορία ενηλικίωσης, στην πραγματικότητα νομίζω ότι αποτελεί ένα βαθύτερο πολιτικό σχόλιο, όμοιο με εκείνο που η συγγραφέας κάνει και στο νεανικό/εφηβικό της μυθιστόρημα Φεγγαροκουταλιές, εντυπωσιάζοντας με τον τρόπο που συνδυάζει τη γλαφυρότητα, την ωμότητα και την σκληρότητα των εικόνων της με τη μαγεία και την ευγένεια της σκέψης της.
Πράγματι, Η Μέρα του Καρναβαλιού δεν είναι μία νουβέλα που μπορεί κανείς να διαβάσει εύκολα, χωρίς να νιώσει την αηδία και τον αποτροπιασμό που επιφέρει ο τρόπος που λειτουργεί η κοινωνία αυτή. Η επιλογή, άλλωστε, της λέξης «καρναβάλι», προκειμένου να αναδειχθεί η τελετουργική του σημασία δεν νομίζω ότι είναι τυχαία, αφού αυτή προέρχεται από τη λατινική λέξη “caro”, που σημαίνει κρέας. Το ανθρώπινο κρέας, λοιπόν, η βαναυσότητα, το ταμπού, ο βιασμός, η παιδοφιλία, η επιβολή είναι μόνο λίγα από τα στοιχεία, που στηρίζεται αυτό το αλλόκοτο τελετουργικό, για το οποίο προετοιμάζεται ολόκληρο το χωριό, χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει την ακριβή σημασία του, πέραν του πολέμαρχου και του προφήτη. Αυτό, μάλιστα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού από την αρχή του ανθρωπίνου πολιτισμού παρατηρείται το φαινόμενο να υπάρχει μέσα στις κοινωνίας ένα ιερατείο, το οποίο έχει γνώση απρόσιτη στον λαό. Από την άλλη μεριά, όσοι διαθέτουν τη γνώση αυτή είναι εκείνοι που ασκούσαν την εξουσία.
Η ζωή, λοιπόν, του μικρού ήρωα στηρίζεται πάνω στη φρίκη και την εκμετάλλευση που υφίσταται, εξαιτίας αυτής του της άγνοιας. Αυτός, μάλιστα, φαίνεται να μην έχει καν όνομα, κάτι το οποίο του στερεί την ιδιότητα του ηθικού του προσώπου (H. Arendt), ήτοι τη δυνατότητα όχι μόνο να είναι ο εαυτός του, αλλά να μπορεί να λειτουργήσει και σαν ήρωας. Η αλλαγή, ωστόσο, μέσα του δεν θα αργήσει να έρθει και η αντίσταση του σύντομα εκδηλώνεται ενάντια στη φρικαλεότητα και το δεσποτισμό, όταν μέσα του φωλιάζει μια ιδέα, ενσαρκώνοντας αυτό που ο Κ. Παλαμάς αναφέρει «φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει, κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είναι πάνου απ’ όλα». Η ιδέα, δε, αυτή δεν είναι άλλη από την Αγάπη, η οποία έρχεται σε αντιδιαστολή με τον Εφιάλτη, τον οποίο ζει. Παράλληλα, από την πρώτη κιόλας πράξη αντίστασης, ο ήρωας απελευθερώνεται από τα δεσμά της δυσμορφίας του, ενώ στο τέλος επιλέγει ο ίδιος το όνομά του, ως την έσχατη κίνηση χειραφέτησής του. Η πορεία, ωστόσο, προς αυτό δεν είναι σπαρμένη με ροδοπέταλα. Αντίθετα, είναι σφυρηλατημένη στη φλόγα της καταστροφής εκ των θεμελίων μιας σάπιας κοινωνίας, προκειμένου να κυοφορηθεί το μέλλον.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι Η Μέρα του Καρναβαλιού έχει τον χαρακτήρα μιας γροθιάς στο στομάχι, αφού στηρίζεται στο ταμπού, σε ωμές εικόνες και μυρωδιές σάπιου κρέατος κάτω από τον καυτό ήλιο και την υγρασία της ζούγκλας, τις οποίες η συγγραφέας αναδεικνύει μέσα από τον έντονο αισθητισμό της γραφής της και την επιλογή του μαγικού ρεαλισμού ως οχήματος για να περάσει το μήνυμά της, ήτοι ότι μέσα από την φωτιά, την αντίσταση και την καταστροφή των θεμελίων μιας παρηκμασμένης κοινωνίας μπορεί να αναδυθεί μια νέα, καλύτερη. Αυτή ακριβώς η διδαχή κάνει τη νουβέλα της Μαριλένας Παππά ιδιαίτερα ριζοσπαστική και τολμηρή, στοιχεία του χαρακτήρα της, τα οποία εντοπίζονται και στα προηγούμενα έργα της. Πολύ περισσότερο, όσο κανείς διαβάζει τη νέα αυτή συγγραφέα, τόσο περισσότερο αναρωτιέται πως γίνεται να κρύβει μέσα της τόσο σκοτάδι και τόσο φως ταυτόχρονα, αφού είναι γεγονός ότι παρά τη φρίκη των εικόνων και των συλλήψεών της, η αισθητική της γραφής της ενέχει κάτι το αιθέριο, το παραμυθένιο, το αλλόκοτα γοητευτικό.



Γράφει η Κακλαμάνη Αθηνά


Είναι απίστευτη η μοναξιά που αισθάνεται κανείς όταν χάνει από τη ζωή του έναν άνθρωπο, που αγαπούσε πολύ. Ξαφνικά όλα του τον θυμίζουν, δεν μπορεί να απολαύσει πράγματα που άλλοτε του έδιναν χαρά, νιώθει ότι δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του, ούτε να προχωρήσει , χωρίς να έχει εκείνον το άνθρωπο δίπλα. Είναι σαν να βιώνει έναν μικρό θάνατο. Αυτού του είδους τη μοναξιά διερωτώνται αν μπορούν να νικήσουν οι ήρωες της παράστασης του Χρήστου Λύγκα πάνω στη μικρή σκηνή του Vault, μέσα από το δραματοποιημένο κείμενο του Νηλ Λαμπιούτ και έτσι η παράσταση “Πως να νικήσεις τη μοναξιά;”. Το ερώτημα, δε, δεν εμπίπτει σε εκείνα των διάφορων βιβλίων life coaching, που έχουν κατακλύσει την αγορά και, δη, την αμερικανική κοινωνία, αλλά στην κατηγορία του υπαρξιακού δράματος.
Πράγματι, πάνω στην θεατρική σκηνή του vault ένα ανθρώπινο δράμα ξεδιπλώνεται, από εκείνα που υπάρχουν πίσω από κάθε κλειδαρότρυπα, τόσο προσωπικό και συλλογικό ταυτόχρονα. Έτσι, οι θεατές γινόμαστε μάρτυρες της ιστορίας της Τζόντυ και του Μπραντ, του “τέλειου ζευγαριού”, το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια δύσκολη επιλογή απέναντι στην φρικτή ασθένεια της Τζόντυ, η οποία θα οδηγήσει κάποια στιγμή μοιραία στο τέλος της. Από την άλλη μεριά, ο Τέητ, ένας βασανισμένος άντρας, σημαδεμένος στην μικρή αμερικάνικη επαρχιακή πόλη από το παρελθόν του, αποτελεί ακριβώς το αντίθετο. Γεννημένος outsider και εμφανώς μοναχικός είναι το πρόσωπο -κλειδί στο πρόβλημα της Τζόντυ, ανασύροντας μνήμες και συναισθήματα από την εποχή που ήταν και οι δύο μαθητές. Η συνάντηση των τριών αυτών ηρώων θα ανασύρει με τη σειρά της μια πληθώρα ερωτημάτων γύρω από τη ζωή, το θάνατο, την επιλογή σε αυτόν, καθώς και τον έρωτα, την ελευθερία στις σχέσεις, αλλά και τον τρόπο που ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το “μοιραίο”.
Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι η παράσταση “Πως να νικήσεις τη μοναξιά;” είναι από εκείνες με έντονο το φιλοσοφικό -υπαρξιακό περιεχόμενο, ενώ ταυτόχρονα πραγματεύεται και ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κοινωνικά, ηθικά και θρησκευτικά ζητήματα, τόσο στην Αμερική, όσο και σε όλο τον κόσμο, γύρω από το δικαίωμα των ανθρώπων στην ευθανασία. Το περιεχόμενο αυτό υπογραμμίζει η σκηνοθεσία του Χρήστου Λύγκα, η οποία διακρίνεται από ατμοσφαιρικότητα και μια αίσθηση διαρκούς κενού, όμοιου με αυτό που μένει μέσα στους ήρωες στο τέλος της παράστασης και της μοναξιάς που εκείνοι πράγματι αισθάνονται.
Από την άλλη μεριά, οι ερμηνείες των ηθοποιών χαρακτηρίζεται από αμηχανία, η οποία λειτουργεί δηλωτικά όσον αφορά την ουσία των όσων πραγματεύεται η παράσταση και με αυτόν τον τρόπο καθίστανται σύμβολα και εκφραστές μιας κοινής γνώμης διχασμένης πάνω στο ζήτημα, μα ταυτόχρονα μουδιασμένης. Παρ' όλα αυτά, ήτοι τη αδυναμία επεξεργασίας όσων δεδομένων ξεπερνούν τον άνθρωπο, της αγάπης και του θανάτου και παρ' όλο που η κάθαρση στο τέλος της παράστασης παραμένει ημιτελής, το ερώτημα της παράστασης απαντάται τελικά δια στόματος του Τέητ, ενός ανθρώπου που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μόνος, σαν κοινωνικό απόβλητο και με αυτόν τον τρόπο εγκαταλείπει και τη σκηνή, βυθίζοντας τη -όπως ακριβώς και τις σκέψεις του κοινού -στη σιωπή.

Vault (Μελενίκου 26 Γκάζι, Βοτανικός, 213 0356472, 6951832070)
Συγγραφέας: Νήλ Λαμπιούτ
Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία: Χρήστος Λύγκας
Δραματουργική Επιμέλεια: Τόρστεν Ίσραελ
Εικαστικό Περιβάλλον: Γιάννης Μετζικώφ – Πρώτες Ύλες
Μουσική: Γιώργος Κουμεντάκης
Μουσική Επιμέλεια: Νίκος Τριβουλίδης
Σχεδιασμός φωτισμού: Πρώτες Ύλες
Φωτογραφίες: Νάσια Στουραΐτη
Γραφιστικά: Γιώργος Κτενίδης
Επικοινωνία/ Δημόσιες Σχέσεις: Χρύσα Ματσαγκάνη
Παραγωγή: Θεατρικός Οργανισμός «Πρώτες Ύλες»
Ερμηνείες: Μαρία Μπρανίδου, Χρήστος Λύγκας, Γεράσιμος Μαύρος
Παραστάσεις: Σάββατο στις 21:00 & Κυριακή στις 18:00
Είσοδος: 13, 10, 8 ευρώ
Διάρκεια παράστασης: 100 λεπτά


*Η παράσταση “Πώς Να Νικήσεις την Μοναξιά” πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού

Κατηγορία ΕΙΔΑΜΕ








Σελίδα 1 από 2

Επιλέξτε Θέατρο

Θέατρο

Επιλέξτε Παράσταση

Παράσταση

Σύνθετη Αναζήτηση

Είδος

Ημέρα

Περιοχή

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

« Αύγουστος 2022 »
Δευ Τρί Τετ Πέμ Παρ Σάβ Κυρ
1 2 3 4 5 6 7
8 9 10 11 12 13 14
15 16 17 18 19 20 21
22 23 24 25 26 27 28
29 30 31        

ΘΕΑΤΡΟ.GR Τα πάντα για το Θέατρο

Θέατρο Παραστάσεις: Όλος ο κόσμος του Θεάτρου στην οθόνη σου! Παραστάσεις, κριτικές, συνέντευξεις, διαγωνισμοί κ.α.

O ιστότοπος μας χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.